
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Η απουσία εναλλακτικών πολιτικών και το «τίμημα» της λιτότητας στην Ευρώπη
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, Νοέμβριος 2016, Θεοδοσία Γκουρνέλου
Τα τελευταία έξι χρόνια, στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις που έγιναν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κυβερνήσεις που υποστήριξαν και πραγματοποίησαν πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας, είτε ανατράπηκαν, είτε είδαν τα ποσοστά τους να πέφτουν.
Στην Ιρλανδία, τη δεύτερη χώρα μετά την Ελλάδα που μπήκε στο μηχανισμό διάσωσης, το Νοέμβριο του 2010, η κυβέρνηση συνεργασίας του κεντροδεξιού Μπράιαν Κόουεν αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις αρχές του 2011, εν μέσω ενός κύματος λαϊκών διαμαρτυριών ενάντια στα μέτρα λιτότητας. Στην Ιταλία, η κρίση χρέους «εκθρόνισε» το Νοέμβριο του 2011 τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ενώ στην Πορτογαλία, ο σοσιαλιστής Ζοζέ Σόκρατες, παραιτήθηκε το Μάρτιο του 2011, όταν το Κοινοβούλιο απέρριψε το πακέτο μέτρων λιτότητας που ο ίδιος προσπαθούσε να περάσει.
Δεν ήταν όμως μόνο οι κυβερνήσεις των χωρών, οι οποίες «πρωταγωνίστησαν» στην κρίση χρέους που έχασαν την εξουσία ή μέρος της εμπιστοσύνης των πολιτών τους. Η Γαλλία είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο συντηρητικός Νικολά Σαρκοζί επέλεξε να στηρίξει τη σκληρή λιτότητα του Βερολίνου και οι Γάλλοι πολίτες του έδειξαν την έξοδο από το Μέγαρο των Ηλυσίων Πεδίων, ενώ στην Ολλανδία, η κεντροδεξιά κυβέρνηση μειοψηφίας του Μαρκ Ρούτε, κατέρρευσε στις 23 Απριλίου, επειδή δεν κατάφερε να πιάσει τους στόχους του Δημοσιονομικού Συμφώνου.
«Αποτυχημένη» και «επιτυχημένη» λιτότητα
Αυτά σε πολιτικό επίπεδο. Σε οικονομικό, τα αποτελέσματα για τις χώρες που τέθηκαν υπό δημοσιονομική επιτήρηση δεν ήταν τα ίδια. Η Ιρλανδία θεωρείται ένα επιτυχημένο παράδειγμα χώρας που κατάφερε να επανέλθει σε ρυθμούς ανάπτυξης. Η κυβέρνηση περιέκοψε τους μισθούς του δημόσιου τομέα και τις συντάξεις, αύξησε τα όρια συνταξιοδότησης (στα 68 έτη από το 2028) ενώ μείωσε και τις κοινωνικές παροχές. Η επιτυχία της αυτή όμως, αποδίδεται όχι τόσο στα μέτρα λιτότητας όσο στο φορολογικό συντελεστή προς τις επιχειρήσεις (12,5% έναντι 30%-36% σε Γαλλία και Γερμανία), γεγονός που της επέφερε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και της επέτρεψε να ανεβάσει το κατά κεφαλήν εισόδημά της.
Στην Ελλάδα από την άλλη, εν μέσω τρίτου προγράμματος, η οικονομία της χώρας έχει συρρικνωθεί κατά 25% από το 2007, ενώ οι άνεργοι ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο. Στον ιδιωτικό τομέα, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, σήμερα 126.956 εργαζόμενοι αμείβονται με μεικτό μηνιαίο μισθό έως 100 ευρώ ενώ συνολικά 343.760 εργαζόμενοι αμείβονται με μηνιαίους μισθούς από 100 έως και 400 ευρώ μεικτά.
Σύμφωνα με πηγή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η διαφορά της διαφορετικής «επιτυχίας» των προγραμμάτων στις δύο χώρες έγκειται στο εξής: «το επιχειρησιακό μοντέλο της Ιρλανδίας δεν τέθηκε ποτέ υπό αμφισβήτηση. Το πρόβλημα που αντιμετώπισε ήταν στον τομέα των ακινήτων. Οι επενδυτές κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ευρώπη την εμπιστεύτηκαν. Στην Ελλάδα από την άλλη, οι επενδυτές έβγαλαν τα χρήματά τους εκτός της χώρας. Η Ελλάδα για πολλά χρόνια ξόδευε λεφτά που δεν είχε. Υπήρχε ένα θεσμικό πρόβλημα που οι κυβερνήσεις αγνοούσαν συνεχώς. Έκαναν οριζόντιες περικοπές και αύξησαν τη φορολογία. Θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες όμως ήταν πολύ δύσκολο να συμβούν στη χώρα γιατί στην ελληνική κοινωνία, όπως και σε κάθε κοινωνία υπάρχουν δυνατά συμφέροντα. Η φορολόγηση επίσης είναι θέμα της κάθε χώρας μέλους της Ένωσης. Στην Ελλάδα, ενώ θα μπορούσαν να συλλεχθούν εκατομμύρια από τη φορολόγηση, ακόμα και όταν ήρθε ο Σύριζα στην εξουσία, επέτρεψε σε οφειλέτες να πληρώσουν σε βάθος χρόνων».

Το σύμβολο του ευρώ έξω από το παλιό κτήριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Φρανκφούρτη, Γερμανία – Photo: Θεοδοσία Γκουρνέλου
Από τις Βρυξέλλες, ο επισκέπτης καθηγητής Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης του Πανεπιστημίου της Βόννης και στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Θεόδωρος Καλλιάνος υπογραμμίζει και την απουσία οργάνων της Ε.Ε. όταν ξεκίνησε η κρίση ούτως ώστε να ληφθούν αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Η Συνθήκη της Λισαβόνας τέθηκε σε ισχύ το Δεκέμβριο του 2009 αλλά ήταν ήδη αργά», δηλώνει. «Κάποιοι θέλησαν να πάρουν αποφάσεις αλλά όχι τις δύσκολες. Άφησαν τις μεταρρυθμίσεις για τις επόμενες κυβερνήσεις. Αυτή είναι η δυσκολία που αντιμετώπισαν κάποιες χώρες. Ότι δεν είχαν πολύ χρόνο να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και έπρεπε να κάνουν μεταρρυθμίσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα υιοθετώντας μια σειρά μέτρων λιτότητας».
Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων από την άλλη, είχε από το 2010 τεθεί κατά των μέτρων λιτότητας ζητώντας πρωτίστως δουλειές και ανάπτυξη. Ανάμεσα στις προτάσεις τους ήταν ότι η Ένωση πρέπει να χρησιμοποιήσει το δυναμικό που έχει και αυτό σύμφωνα με την Συνομοσπονδία, είναι η ισχυρή βιομηχανική της βάση, οι δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, τα καινοτόμα ερευνητικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, ο πολιτιστικός της πλούτος και το σταθερό ενιαίο της νόμισμα. Τα μέτρα που πρότεινε το 2013, μεταξύ άλλων ήταν συνεργασία για τη καταπάτηση της φοροδιαφυγής και των φορολογικών παραδείσων, μεταρρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, και ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών.
Σήμερα, υποστηρίζει ότι η οικονομική και κοινωνική κατάσταση μέσα στην Ένωση των 28 και κυρίως σε χώρες που βρίσκονται ακόμα σε κρίση, είναι ανησυχητική. Καταδικάζει τις αυξημένες ανισότητες, την αύξηση της ανεργίας, την άνοδο των αντιευρωπαϊκών ομάδων και την κατάρρευση των τοπικών αγορών τονίζοντας ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας που ενθάρρυνε την εσωτερική υποτίμηση, την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, τις περικοπές μισθών, συντάξεων και επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας.
Το παρελθόν που βρίσκεται μπροστά μας
Οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οι φωνές για διαφορετική προσέγγιση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν πληθύνει ζητώντας περισσότερες επενδύσεις. Η Γερμανία όμως επιμένει στο λεγόμενο «ορθόδοξο φιλελευθερισμό», σύμφωνα με τον οποίο, η κυβερνητική εξουσία ρυθμίζει την αγορά ούτως ώστε να αποδίδει σε μια τέλεια συνθήκη χωρίς όμως να επεμβαίνει στην οικονομία με επεκτατικές πολιτικές.
Μόλις την περασμένη Τετάρτη (15.11.2016), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης να «τονώσουν την ανάπτυξη και την απασχόληση χαλαρώνοντας τη συνολική δημοσιονομική πολιτική τον επόμενο χρόνο». Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, «το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο 2017 που ξεκινά θα είναι καθοριστικό για την οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη της Ευρώπης». «Είμαι πεπεισμένος ότι η ανάκαμψη είναι δυνατή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή συνιστά σήμερα ένα θετικό δημοσιονομικό προσανατολισμό για τη στήριξη της ανάκαμψης και της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία δεν θα πρέπει να επωμισθεί το βάρος μόνη της. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να συμβάλει σε αυτό το εγχείρημα: τα κράτη που έχουν τη δυνατότητα οφείλουν να επενδύσουν περισσότερα, ενώ εκείνα που έχουν λιγότερα δημοσιονομικά περιθώρια πρέπει να συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις τους και να επιδιώξουν μια φιλοαναπτυξιακή δημοσιονομική εξυγίανση», δήλωσε ο πρόεδρος της Επιτροπής.
Η απάντηση ήρθε από το Βερολίνο μία μέρα μετά. Εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας σε δήλωση στο Reuters, ανέφερε ότι «η Γερμανία έχει μια κριτική στάση στην ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συνολική επονομαζόμενη δημοσιονομική στάση της ευρωζώνης. Υπό το φως των υψηλών ακόμα επιπέδων χρέους στην Ε.Ε. δεν βλέπουμε δυνατότητα για επεκτατική δημοσιονομική πολιτική», προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει ανάγκη για τέτοιο βήμα λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής ανάκαμψης στην ευρωζώνη. Δεν υπάρχει περιθώριο για δημοσιονομικούς ελιγμούς στη Γερμανία υπό το φως των μεσοπρόθεσμων προκλήσεων».
Η εξήγηση αυτής της επιμονής ίσως έχει τις ρίζες της πολλά χρόνια πίσω, τότε που οι συμμαχικές δυνάμεις κέρδιζαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αφήνοντας τη Γερμανία ηττημένη. Το θαύμα της γερμανικής ανάπτυξης που ακολούθησε, βασίστηκε στον «Ordoliberalismus», τον φιλελευθερισμό των κανόνων, κατά τον οποίο ο καπιταλισμός απαιτεί μία ισχυρή κυβέρνηση προκειμένου να δημιουργείται ένα πλαίσιο κανόνων που παρέχει την τάξη που χρειάζονται οι ελεύθερες αγορές, αν είναι να λειτουργούν πιο αποτελεσματικά. Η Γερμανία φαίνεται πως παραμένει προσκολλημένη σε αυτή τη θεωρία, η οποία 70 χρόνια πριν τη βοήθησε να «ξαναχτίσει» όχι μόνο τις βομβαρδισμένες πόλεις της αλλά και το κατακερματισμένο κύρος της.
Ο Γιούνκερ όμως δεν είναι ο μόνος που ζητάει χαλάρωση. Τον περασμένο Σεπτέμβριο και ο Καγκελάριος της Αυστρίας Κρίστιαν Κερν σε άρθρο του στην Frankfurter Allgemeine Zeitung, ανέφερε ότι «πολλοί στην Ευρώπη έχουν υποφέρει από την πολιτική της λιτότητας, όπως έχει υποφέρει και η πίστη τους στις υποσχέσεις της ευρωπαϊκής ηγεσίας για ευημερία», καταδικάζοντας την πολιτική της αυστηρής λιτότητας των περασμένων ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία θεωρεί ως «την αιτία των αυξανόμενων αντιευρωπαϊκών διαθέσεων των πολιτών της».
Οι έρευνες έρχονται να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα του Κερν
Σε αυτό το κλίμα ασυνεννοησίας μεταξύ των ηγεσιών, οι πολίτες φαίνεται πως απομακρύνονται από την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων και το Brexit επιβεβαιώνουν τη δυσαρέσκεια για τους μέχρι τώρα χειρισμούς.
Σύμφωνα με το τελευταίο εαρινό ευρωβαρόμετρο, σε εθνικό επίπεδο, οι κυριότερες ανησυχίες των πολιτών είναι η ανεργία (33 %), η μετανάστευση (28 %) και η οικονομική κατάσταση (19%).
Σε δημοσκόπηση του περασμένου Ιουνίου (λίγο πριν το δημοψήφισμα στη Βρετανία) από το Κέντρο Ερευνών Pew, που εδρεύει στην Ουάσινγκτον, το πιο σημαντικό εύρημα ήταν η κατακόρυφη πτώση της θετικής άποψης των Ευρωπαίων για την Ε.Ε., πράγμα το οποίο φαίνεται να συνδέεται με τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης και την οικονομία.
Στην ερώτηση για το ποια δήλωση περιγράφει καλύτερα τις απόψεις για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωησης, οι απαντήσεις από δέκα κράτη-μέλη ήταν:
Η μεγαλύτερη πτώση σημειώθηκε στη Γαλλία, όπου το 38% εξέφρασε θετική άποψη για την Ε.Ε., ένα ποσοστό που έδειξε πτώση κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες από πέρσι. Πτώση επίσης σημειώθηκε και στην Ισπανία κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες (47% με θετική άποψη), στη Γερμανία κατά οκτώ μονάδες (50%) και στη Βρετανία κατά επτά μονάδες (44%). Η μεγαλύτερη υποστήριξη για την Ε.Ε. σημειώθηκε στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Περίπου δύο τρίτα των Ελλήνων και των Βρετανών είπαν ότι η εξουσία θα πρέπει να επιστραφεί από τις Βρυξέλλες σε κάθε χώρα, ποσοστό πολύ ψηλότερο από ό,τι οι ερωτηθέντες από άλλες χώρες.
Για τον οικονομολόγο κ. Καλλιάνο, η ευθύνη για αυτή τη στάση των Ευρωπαίων πολιτών προς την Ένωση βαρύνει και τα ίδια τα εθνικά κοινοβούλια. «Δυστυχώς τα κοινοβούλια για να δώσουν απαντήσεις στους πολίτες τους, μεταθέτουν τις ευθύνες στην Ευρώπη. Λένε ότι η κρίση ήρθε από το εξωτερικό, ότι οι ίδιοι οι πολιτικοί υποχρεούνται να κάνουν ότι κάνουν και αυτό δεν είναι αλήθεια. Για παράδειγμα μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, τα εθνικά κοινοβούλια ενημερώνονται για κάθε νομοθετική πράξη που θα συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύο μήνες πριν για να μπορούν να εκφράσουν την γνώμη τους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συζητηθεί στο εκάστοτε εθνικό κοινοβούλιο κάτι που όπως ανακαλύψαμε το 2016 πολύ σπάνια συμβαίνει. Έτσι η κοινή γνώμη και οι πολίτες της κάθε χώρας είναι πραγματικά μόνοι στα χέρια κάθε λαϊκιστή και κάθε δημαγωγού, ο οποίος εκμεταλλεύεται την κατάσταση και επιχειρηματολογεί εκμεταλλευόμενος τα συναισθήματα τους. Σε αυτή την παραπλάνηση των πολιτών εκτός από τους πολιτικούς της κάθε χώρας μέλους, έχουν παίξει μεγάλο ρόλο και τα Μέσα Ενημέρωσης», αναφέρει ο Δρ. Καλλιάνος. Ακόμα, τονίζει ότι «το “εμείς” μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι ένας κόσμος με κοινές αξίες, ένας κόσμος που θέλει να απομακρυνθεί από τους εθνικούς πολέμους και αυτό είναι σημαντικό κατόρθωμα. Το να γυρίσουμε στον εθνικισμό του “εμείς” και αυτό το “εμείς” να το ορίζουμε με αυστηρά εθνικά κριτήρια είναι μεγάλο πισωγύρισμα».
Σύμφωνα με την πηγή της ΕΚΤ, «είναι εύκολο να λέμε ότι τα μέτρα μας τα επέβαλαν. Αν κάποιος έχει εναλλακτικές προτάσεις τις κάνει. Και η τωρινή κυβέρνηση έλεγε πέρυσι ότι έχει ιδέες για να τα κάνει όλα διαφορετικά αλλά στο τέλος δεν το έκαναν. Το πρόβλημα είναι ότι οι ψηφοφόροι πολλές φορές δεν καταλαβαίνουν τις διαδικασίες των εθνικών τους κοινοβουλίων. Και μετά έρχονται οι εκλογές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό που είναι σημαντικό να αλλάξει είναι να σταματήσουμε να παραπονιόμαστε για πράγματα που έχουμε ήδη ψηφίσει. Αυτό που χρειαζόμαστε, νομίζω είναι καλύτερη μεταξύ μας επικοινωνία. Και οι ειδικοί ας μιλήσουν με απλούστερες προτάσεις και ξεκάθαρες εξηγήσεις».