Σύγχρονη Θεσσαλονίκη: Ανακτώντας το ρόλο της ως Πρωτεύουσας των Βαλκανίων

 

του Σοφοκλή Π. Γερούλη*

 

   Κατά καιρούς, της έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «Πρωτεύουσα των Βαλκανίων», περιγράφοντας περισσότερο τις προοπτικές, παρά τα επιτεύγματά της. Σαφώς, το αποτέλεσμα δεν δύναται να προϋπάρξει του οράματος, όμως για τους περισσότερους γνώστες της δυναμικής της Θεσσαλονίκης, η ιστορία, πιθανώς, προσφέρει στην πόλη μια τρίτη ευκαιρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι πλέον αρκετά συνετή ώστε να την αδράξει;

     Ο ρόλος μιας πρωτεύουσας είναι πολυσύνθετος. Συνήθως, αποτελεί το συντονιστικό κέντρο των δράσεων. Συγκεντρώνει και διαχειρίζεται τις ευθύνες της περιφέρειας. Χαράσσει πολιτική, στηριζόμενη στο ανθρώπινο κεφάλαιό της. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, ωστόσο, αποτελεί σημείο ταύτισης. Σε μια περίοδο γεμάτη προοπτικές πρωτοφανούς ανάπτυξης αλλά και επικίνδυνων ψευδαισθήσεων για την περιοχή τους, οι Βαλκάνιοι δείχνουν να αναζητούν εναγωνίως αυτό το σημείο ταύτισης, που θα τους επιτρέψει να επιδιώξουν για πρώτη φορά, πιθανότατα, στην ιστορία τους, μια ειλικρινώς αμοιβαία αναπτυξιακή πορεία.

     «Η Θεσσαλονίκη έχει μια ιστορία που με φυσικό τρόπο, την καθιστά κέντρο των Βαλκανίων. Είναι σχεδόν αναπόφευκτο, ότι η πόλη πρέπει να ανακτήσει αυτό το ρόλο», θα τονίσει ο Δήμαρχός της, κ. Γιάννης Μπουτάρης. «Θεωρώ ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε», θα προσθέσει, εκφράζοντας πίστη στη δυναμική της.

 

Ο Δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, κ. Γιάννης Μπουτάρης.

 

     Μια πόλη, που αγνόησε επιδεικτικά την ευκαιρία που της δόθηκε να καταστεί η Πρωτεύουσα των Βαλκανίων, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μέσω του ταχύτατου και απότομου μετασχηματισμού στον τρόπο διακυβέρνησης των χωρών που βρίσκονται στα βόρεια σύνορα της χώρας.  Τότε, η αποκαλούμενη Δύση δεν διατηρούσε κάποια συγκροτημένη στρατηγική για την περιοχή, ενώ η Ελλάδα, θέτοντας άλλες προτεραιότητες που εν τέλει αποδείχθηκαν ανώφελες, δεν διείδε την μοναδική ευκαιρία να καλύψει αυτό το κενό. Η δεύτερη ευκαιρία χάθηκε στα χρόνια της κρίσης, όταν το 2015 οι τράπεζες αναγκάστηκαν να ρευστοποιήσουν σημαντικά κεφάλαια, τα οποία έδιναν στον Ελληνικό παράγοντα πρωταγωνιστικό ρόλο, ως προς τις εξελίξεις της περιοχής.

     Η ιστορική συγκυρία, όμως, επιστρέφει, χαρίζοντας στη Θεσσαλονίκη μια ακόμη ευκαιρία να ηγηθεί των Βαλκανίων. Ίσως όχι με την παραδοσιακή θεώρηση της Ηγεσίας, που βασίζεται σε κάποιου είδους κυριαρχία, καθώς αυτό το μοντέλο δείχνει να υποχωρεί παγκοσμίως. Αντ’ αυτού, η ηγετική της ταυτότητα δύναται να στηριχθεί στην έννοια της πρωτοβουλίας, συντονίζοντας τις προσπάθειες των Βαλκάνιων προς μια κατεύθυνση, με θεμέλιο λίθο τα αμοιβαία οφέλη. Άλλωστε, σε μια περίοδο που οι ισχυρές δυνάμεις του πλανήτη δείχνουν να μελετούν με νέο και αναζωογονημένο ενδιαφέρον το χάρτη της Χερσονήσου του Αίμου, πιθανώς έχει φτάσει η στιγμή και για τους Βαλκάνιους να αντιληφθούν το ρόλο και το μέλλον τους, υπό ένα νέο πρίσμα.

 

Είσοδος Πύλης 1, Λιμάνι Θεσσαλονίκης.

 

Τι αποτρέπει τη Θεσσαλονίκη, από την επανάκτηση αυτού του ρόλου;

     Κατά τους διαλόγους με μια σειρά -θεσμικών και μη- δρώντων της πόλης, διακρίνεται μια ισχυρότατη πρόθεση να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη στρατηγική. Ωστόσο, δύο είναι οι παράγοντες που λειτουργούν ως δεσμά, εμποδίζοντας την πόλη από την επίτευξη των επιδιώξεών της.

     Όλοι οι συνομιλητές, κατά τη διάρκεια της συγγραφής αυτού του άρθρου, θα συμφωνήσουν σε μια κομβική παράμετρο, που ευθύνεται για την αδυναμία χάραξης μιας ευέλικτης, καινοτόμου και σταθερής στρατηγικής για το ρόλο της πόλης στην ευρύτερη περιοχή. Η παράμετρος αυτή, συνοψίζεται στην έννοια της αποκέντρωσης. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων, σε επίπεδο Πολιτείας αλλά και ανεξάρτητων φορέων, δείχνει να βασίζεται σε μια περιττή σχέση εξάρτησης από την κεντρική κυβέρνηση. Το συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας αφαιρεί το ζωτικό οξυγόνο της πρωτοβουλίας, που δεν είναι άλλο από την ηγεσία πολλών επιπέδων.

     Σε αυτήν την πτυχή, καταλήγει και ο κ. Στέφανος Τζιρίτης, πρόεδρος και ιδρυτής της ISOMAT. Για τον ίδιο, «οι επιχειρήσεις είναι έτοιμες να παρέχουν τεχνογνωσία στον τομέα της εξωστρέφειας, υπό την προϋπόθεση μιας σταθερής και φιλικής προς την επιχειρηματικότητα διακυβέρνησης». Ως επικεφαλής μιας εταιρείας που εξάγει τα προϊόντα της σε 50 χώρες, διατηρώντας πολλά σημεία παραγωγής στην περιοχή των Βαλκανίων, ο κ. Τζιρίτης στέκεται ιδιαιτέρως στη σημασία της εγκαθίδρυσης ενός διαρκούς διαλόγου ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους ιδιώτες, ώστε να δημιουργηθεί ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

 

Ο Καθηγητής κ. Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

 

     Μια εμπιστοσύνη που, όπως ακριβώς και στις διαπροσωπικές σχέσεις, απαιτεί αρκετό χρόνο πριν στηριχθεί σε ισχυρές βάσεις. Προς επίτευξιν αυτού, η συγκρότηση μιας αξιόπιστης, συγκροτημένης και μακροχρόνιας στρατηγικής, αναδεικνύεται ως η μείζονα πρόκληση. «Παρότι είμαστε αρκετά καλοί στη χάραξη στρατηγικών ιδεών, η κομβική αδυναμία της σύγχρονης Ελληνικής ταυτότητας είναι η έλλειψη στρατηγικής εφαρμογής και υλοποίησης. Η κρίση ίσως μας παραδώσει κάποια χρήσιμα μαθήματα σε αυτόν τον τομέα», σχολιάζει ο κ.Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών και Κοσμήτωρ της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 

 

Τα σύγχρονα, ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Θεσσαλονίκης

 

     Προκειμένου να αποκτήσει έναν ρόλο που, ακόμη κι αν κατείχε ατύπως σε μεμονωμένες ιστορικές περιόδους, εντούτοις ποτέ δεν επεδίωξε να διατηρήσει, η Θεσσαλονίκη και οι άνθρωποί της θα χρειαστεί να κινηθούν προς κατευθύνσεις που ακόμη δεν έχουν κυριαρχήσει στη δημόσια ατζέντα. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Θεσσαλονίκης στην περιοχή, θα περάσει αναπόφευκτα μέσα από έναν πρωταγωνιστικό ρόλο του εκπαιδευτικού της κεφαλαίου προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως υποστηρίζουν  δύο ακαδημαϊκοί που έχουν διακριθεί για το έργο τους, στο αντίστοιχο επιστημονικό αντικείμενο εξειδίκευσής τους.

     «Αυτό το όραμα βρίσκεται μακριά προς στιγμήν. Αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά, είναι ότι υπάρχει άπλετος χώρος για ανάπτυξη προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχουν τόσες πολλές ευκαιρίες μπροστά μας», σημειώνει ο κ. Ζαρωτιάδης. Επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιό της, η Θεσσαλονίκη διατηρεί ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα με τις γειτονικές χώρες.

     Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, θα κινηθεί και ο κ. Δημήτρης Καιρίδης, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο  Τµήµα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστηµίου της Αθήνας: «Ο ρόλος των Πανεπιστημίων είναι δυσανάλογα μικρός, σε σχέση με τις δυνατότητές τους. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν στο Ελληνικό πανεπιστήμιο, με όλα τα προβλήματα και τις παθογένειες που το συνοδεύουν, με την Ελλάδα να παραμένει μια εκπαιδευτική υπερδύναμη στην περιοχή. Το πανεπιστημιακό μας κεφάλαιο είναι μακράν μπροστά από όλες τις όμορες χώρες».  

 

Ο Καθηγητής κ. Δημήτρης Καιρίδης, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

     Για ένα σημαντικό πλήθος πολιτών των Βαλκανίων, η Θεσσαλονίκη φαντάζει ως ένας ιδανικός εκπαιδευτικός προορισμός, κυρίως λόγω της υψηλής ποιότητας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της, του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της, καθώς και ενός “ελκυστικού κοινωνικού γίγνεσθαι”, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Καιρίδης. Σαφώς, η ενίσχυση της εξωστρέφειας μέσω αγγλόγωνων προγραμμάτων αλλά και μέσω της προσέλκυσης ξένων φοιτητών με δίδακτρα, θα αποτελούσαν κινήσεις επαναπροσδιορισμού της δυναμικής των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων της πόλης, εμπνεόμενα, πιθανώς, από τα δείγματα σχετικής εξωστρέφειας του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος.

     Μάλιστα, ο κ. Ζαρωτιάδης, κατά τη διάρκεια του διαλόγου, θα προσφέρει μια αρκετά διαφορετική και αισιόδοξη ανάγνωση του φαινομένου φυγής των νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. «Με όραμα και ευκαιρίες, το παρόν πρόβλημα, δύναται να μετασχηματιστεί στο μέλλον σε σπουδαία πηγή ισχύος για την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Φανταστείτε να επιστρέψουν μόνο οι μισοί από όσους έφυγαν, φέρνοντας πίσω τη γνώση, τις εμπειρίες και τις διασυνδέσεις τους. Εάν καταφέρουμε να αλλάξουμε το περιβάλλον εδώ, τότε αυτοί οι άνθρωποι θα καταστούν πραγματικοί πολλαπλασιαστές ισχύος».

     Σε παρόμοιο πλαίσιο η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την πρόσφατη συμφωνία που συνήψε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, με το School of Oriented and African Studies (Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. «Γι αυτούς ο λόγος για να συνάψουν μια συμφωνία ακαδημαϊκής και ερευνητικής συνεργασίας με εμάς, είναι γιατί μας αντικρίζουν ως έναν συνεργάτη που θα τους φέρει πιο κοντά στην περιοχή, στα Πανεπιστήμια και στην κοινωνία της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτός είναι και ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η Ελλάδα, σε αυτόν τον γεμάτο προβλήματα και ευκαιρίες κόσμο. Να αποτελέσει το συνδετικό κρίκο». Τι συνεπάγεται ο όρος συνδετικός κρίκος, όμως, εντασσόμενος στο πλαίσιο του σύγχρονου, οικονομικά διασυνδεδεμένου κόσμου;

 

Άποψη της αναδιαμορφωθείσας προβλήτας του λιμανιού.

Το ενδιαφέρον των οικονομικών υπερδυνάμεων, ως μοχλός εκμετάλλευσης των ευκαιριών.

 

     Ακόμη κι αν βρίσκονται στη φάση σχεδιασμού και αναζήτησης χρηματοδότησης, δύο εμβληματικά διεθνή έργα δείχνουν ικανά να αναδείξουν τη Θεσσαλονίκη, ως μια εκ των πραγμάτων ηγέτιδα στην περιοχή των Βαλκανίων. Πριν τη συνοπτική ανάλυσή τους, αξίζει η αναφορά σε έναν θεσμό της πόλης, που τείνει να καταστεί πρότυπο διεθνοποίησης των προοπτικών της Βόρειας Ελλάδος, πρωταγωνιστώντας σε ένα διάλογο με τις ισχυρές οικονομικά δυνάμεις του πλανήτη.

     Ο λόγος γίνεται για τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης – Helexpo, η οποία, κατά τον πρόεδρό της, κ. Τάσο Τζήκα, μπορεί να γίνει κομβικό σημείο στη διασύνδεση των βαλκανικών οικονομιών. «Ανέκαθεν η επιθυμία μας ήταν η Θεσσαλονίκη να γίνει μια πραγματική μητρόπολη των Βαλκανίων. Αναπτύσσουμε κοινές δράσεις, υποδεχόμαστε εμπορικούς επισκέπτες από τα Βαλκάνια και επενδύουμε στον ρόλο μας στη Βαλκανική ενδοχώρα. Νομίζω ότι οι προσπάθειες της ΔΕΘ-Helexpo μπορούν να αξιοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση από την κεντρική πολιτική ηγεσία», σημειώνει χαρακτηριστικά. 

     Ύστερα από τη διαμόρφωση των νέων γεωπολιτικών δεδομένων, η ΔΕΘ μπορεί να γίνει κομβικό σημείο στη διασύνδεση των βαλκανικών οικονομιών και της ανατολικής Μεσογείου, αποτελώντας τον ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. «Ο θεσμός της τιμώμενης χώρας που ξεκίνησε με τη Ρωσία, συνεχίστηκε με την Κίνα πέρυσι, με τις ΗΠΑ φέτος και του χρόνου με την Ινδία είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για να συσφίξουμε τους δεσμούς μας με τις μεγάλες αυτές οικονομικές δυνάμεις και να τις πείσουμε για τον ρόλο που μπορούμε να διαδραματίσουμε στην ευρύτερη περιοχή. Ο εθνικός εκθεσιακός φορέας επενδύει στην εξωστρέφεια και η στρατηγική αυτή μπορεί να αποτελέσει κομμάτι της γενικότερης εθνικής στρατηγικής της χώρας», υποστηρίζει ο κ. Τζήκας, απαντώντας εμμέσως και στο διαρκές ερώτημα του κατακερματισμού της δημόσιας σφαίρας.

     Η Ελλάδα, δύναται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή, εκμεταλλευόμενη τη γεωστρατηγική της θέση και το χαρακτήρα της ως ενός καταλύτη ειρήνης και σταθερότητας, σε μια περιοχή που έχει περάσει διαχρονικά από σαράντα κύματα και μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζει θέματα. Ο ρόλος της στην περιοχή, ωστόσο, πρέπει να μετουσιωθεί σε  πραγματική δράση, οικονομική, εμπορική, εκθεσιακή και πολιτιστική.

     Οι νέες τεχνολογίες, ο τουρισμός, η ενέργεια, οι μεταφορές, το real estate είναι κλάδοι που μπορούν να προσελκύσουν το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον και αυτό έχει αποδειχθεί τουλάχιστον μέσω των ιδιωτικοποιήσεων που έχουν ολοκληρωθεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά και μεγάλων επενδύσεων που υλοποιούνται στην Ελλάδα. «Η χώρα μας αποτελεί σημαντική επενδυτική προοπτική για τους ξένους, διαθέτει αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό και το επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται διαρκώς. Άλλωστε η ανάπτυξη περνά μέσα από τις επενδύσεις», συνεχίζει ο κ. Τζήκας, έχοντας αποδείξει την πίστη του σε αυτήν την αρχή μέσω της συνεχόμενης αύξησης των οικονομικών δεικτών της Έκθεσης, εν μέσω της οικονομικής κρίσης.

Το κτίριο Ριάδης, Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης – Helexpo.

 

     Δύο από τις ισχυρότερες επενδύσεις που δύνανται να μεταμορφώσουν την επίδραση της Θεσσαλονίκης στο χώρο των Βαλκανίων, προέρχονται από το χώρο των υποδομών. Το πρώτο έργο, αφορά, συνοπτικά, τη σύνδεση της Θεσσαλονίκης με το Βελιγράδι, μέσω της σύνδεσης του ποταμού Αξιού με τον Μοράβα και Δούναβη. Εν τοις πράγμασι, επιδιώκεται για πρώτη φορά στη σύγχρονη Ευρωπαϊκή εμπορική γεωμορφολογία, η σύνδεση του Δούναβη με τη Μεσόγειο Θάλασσα, προκαλώντας γιγαντώδεις αλυσιδωτές αντιδράσεις στον τρόπο που ασκείται το εμπόριο στη Γηραιά Ήπειρο. Σαφώς, στο αρχικό εκτιμώμενο κόστος των 15-17 δις. ευρώ, θα πρέπει να συνυπολογισθεί η πρόθεση της Κίνας να συμβάλλει και χρηματοδοτικά, όσο και κατασκευαστικά, αποδεικνύοντας εμπράκτως την υψηλή γεωπολιτική αξία της πρωτοβουλίας One Belt One Road.

     Το δεύτερο έργο, με το χαρακτηριστικό όνομα Sea2Sea, σχετίζεται με τη σύγχρονη σιδηροδρομική σύνδεση των λιμένων της Βορείου Ελλάδος στο Αιγαίο, με τους αντίστοιχους της Βουλγαρίας στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ διατηρείται η προοπτική ένταξης και της Ρουμανίας, μέσω του λιμανιού της Costanza, σε μελλοντικό χρόνο. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, ένα τέτοιο έργο, πέραν των προφανών οφελών με οικονομική διάσταση, θα προσέδιδε και μια σπάνια ευκαιρία πρακτικής απομείωσης της στρατηγικής σημασίας των Στενών του Βοσπόρου. Επομένως, η υλοποίησή του εντάσσεται στο πλαίσιο μιας Υψηλής Στρατηγικής, πέραν, φυσικά, της προφανούς οικονομικής σημασίας του.

    «Η επένδυση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, πιθανώς θα έχει συγκριτικά ελάχιστο αντίκτυπο, σε περίπτωση που δεν συνοδευτεί από αντίστοιχες επενδύσεις στο σιδηροδρομικό δίκτυο», σύμφωνα με τον κ. Matthias Hoffman, Διευθυντή του Παραρτήματος Βορείου  Ελλάδος, του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Ωστόσο, όπως συνεχίζει, σε περίπτωση που προχωρήσουν οι συγκεκριμένες επενδύσεις, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης θα αποκτήσει το χαρακτήρα του “game changer”, μεταστρέφοντας τις υφιστάμενες συνθήκες και ισορροπίες.

     Επικαλούμενος μια σύγχρονη θεώρηση της γεωστρατηγικής, κ. Ζαρωτιάδης εξηγεί ότι ο τομέας των μεταφορών αποτελεί τη μεγάλη αλλαγή που συντελείται στις διεθνείς σχέσεις: «μέχρι σήμερα η διαμόρφωση της διεθνούς κατάστασης και των διεθνών συγκρούσεων, στηριζόταν είτε στον έλεγχο της περιοχής παραγωγής των προϊόντων και υπηρεσιών, είτε στον έλεγχο της περιοχής πώλησής τους. Πλέον, σημασία έχει να ελέγχει κανείς τις οδούς μεταφοράς, τις συνδέσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, η Θεσσαλονίκη και η Ελλάδα θα αποκτήσουν πιθανώς νέα σημασία και σπουδαιότητα στο μέλλον».

 

Η νέα παραλία της Θεσσαλονίκης.

 

     Πολλώ δε μάλλον, σε μια περιοχή που αποτελεί σημείο συνάντησης των διαφορετικών συμφερόντων. Τα Bαλκάνια εντάσσονται στη στρατηγική διείσδυση της Κίνας μέσω του επενδυτικού σχεδίου που αφορά το σύγχρονο “Δρόμο του Μεταξιού”. Αποτελώντας μια γεωγραφική περιοχή με προοδευτικά αυξανόμενη σημασία για την Ευρώπη, τα Βαλκάνια ίσως αποτελέσουν σύντομα το μήλον της έριδος. Εδώ και πολλούς αιώνες το αποτελούν, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, όμως το ανανεωμένο ενδιαφέρον των κύριων οικονομικών δρώντων του πλανήτη, απελευθερώνει και προοπτικές που τα Βαλκάνια ποτέ ως τώρα, δεν είχαν αντικρίσει. Φυσικά, η Ε.Ε. δείχνει να έχει απωλέσει πολύτιμο χρόνο, ως προς την πολιτική αξιοποίησης και αναβάθμισης της περιοχής. Γι’ αυτό και καθοριστικό παράγοντα, θα αποτελέσει η προοπτική διεύρυνσης της Ένωσης.

    «Είναι ένδειξη της έντονης μάχης και ανταγωνισμού, για δύο μοντέρνους ανερχόμενους πόλους οικονομικής και πολιτικής ισχύος: Αφενός η Ευρωατλαντική σύμπραξη και αφετέρου η σινορωσική σύνδεση, που δημιουργεί ένα πολύ ισχυρό πόλο κι αν κοιτάξει κανείς το χάρτη, η περιοχή από  Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα και τα Βαλκάνια, είναι η περιοχή όπου οι δύο αυτοί –υπό κατασκευή- πόλοι συναντώνται. Γι αυτό και, δίπλα στις κατά τόπους διαμάχες, εμφανίζονται και ευκαιρίες επενδύσεων. Ακριβώς αυτό, δείχνει την αυξανόμενη σημασία της περιοχής. Πρόκειται για έναν νέο αναδυόμενο κόσμο, όπου η Θεσσαλονίκη και η Ελλάδα έχουν ρόλο. Μένει να δούμε ποιος θα είναι αυτός”, καταλήγει ο κ. Ζαρωτιάδης. Ο κ. Καιρίδης, μέσω μιας πραγματιστικής προσέγγισης, κινείται σε παρόμοιο τρόπο σκέψης. «Να συνειδητοποιήσουμε τους κινδύνους και τις ευκαιρίες των ανοικτών συνόρων. Οι συνέργειες αποτελούν ευκαιρία, όμως όλα, εν τέλει, εξαρτώνται από τις επιλογές μας», σημειώνει.

     Παρέχοντας την πολιτική διάσταση, ο Δήμαρχος της Θεσσαλονίκης κλείνει δίνοντας το στίγμα μιας νέας εποχής· «Εάν δρομολογηθούν και ολοκληρωθούν επενδύσεις σαν αυτές, η Θεσσαλονίκη θα αποκτήσει έναν εντελώς διαφορετικό αέρα».

Πανοραμική θέα της Θεσσαλονίκης από το Λευκό Πύργο.

 

     Όπως προκύπτει από τις συνεντεύξεις, τις εξελίξεις αλλά και τα νέα δεδομένα, η Θεσσαλονίκη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ακόμη δίλημμα: είτε θα συνεχίσει να κινείται στη σκιά άλλων περιφερειακών κέντρων, είτε  θα επιλέξει ένα στρατηγικό ρόλο πρωτοβουλίας και συνεργασίας, εκκινώντας από τις εξαιρετικές προϋποθέσεις ανάπτυξης και των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της, στους τομείς της εκπαίδευσης και των υποδομών. Οι πολιτικοί ηγέτες των τεσσάρων μεγάλων χωρών της περιοχής, της Ελλάδος, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, αντιπροσωπεύοντας περισσότερους από 43 εκατομμύρια ανθρώπους, έχουν επανειλημμένως εκφράσει την πρόθεσή τους να κινηθούν προς την κατεύθυνση της συνεργατικής και αμοιβαίας ανάπτυξης, ιδίως μέσω των αποκαλούμενων στρατηγικών υποδομών.

     Το όραμα της Θεσσαλονίκης ως μητρόπολης και Πρωτεύουσας των Βαλκανίων, ίσως ικανοποιήσει την ανάγκη όλων των Βαλκάνιων πολιτών για ένα κοινό σημείο ταύτισης. Αυτή η ευκαιρία που προσφέρεται στη Θεσσαλονίκη, δεν δύναται να απολεσθεί. Ίσως το ισχυρότερο πλεονέκτημα της Θεσσαλονίκης, προς αυτήν την κατεύθυνση, είναι η γνώση που φέρει από το παρελθόν. Ένα όραμα σαν αυτό, θα έδινε μια νέα, ρηξικέλευθη θεώρηση στο στρατηγικό σχεδιασμό των ηγετών των Βαλκανίων, με την Ελληνική Πολιτεία να αποκομίζει πλήθος πρωτοφανών οφελών.  Με βάση τις εκπεφρασμένες προθέσεις των ηγετών, η ανάγκη για να αποτελέσει η Θεσσαλονίκη το κέντρο των Βαλκανίων, δεν δείχνει να καλύπτει αυτάρεσκα έναν δικό της εγωισμό, παρά ικανοποιεί τη θεμελιώδη ανάγκη εκατομμυρίων ανθρώπων, σε μια από τις γωνιές του πλανήτη με τη μεγαλύτερη πολιτισμική διαφοροποίηση, ώστε να γνωρίσουν την πολυπόθητη ειρήνη και κοινή ανάπτυξη, αποδεικνύοντας πρώτα στους εαυτούς τους, ότι μπορούν και θα καταφέρουν.

 

* Ο Σοφοκλής Π. Γερούλης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ερευνητική έμφαση στη διαμόρφωση Στρατηγικής Ηγεσίας.

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του στην ηλεκτρονική διεύθυνση:  spgeroulis@gmail.com

Share Button