Προσφυγικό και Μετανάστευση: Τι θέλουν οι πολίτες της Ε.Ε. και τι πράττουν οι εθνικές κυβερνήσεις

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – Οκτώβριος 2016. Στανισλάβ Κετιτζιάν.

«Όταν έρχεται η στιγμή που πρέπει να αντιμετωπίσεις το προσφυγικό ζήτημα, αρχίζεις και παρατηρείς την αλληλεγγύη. Είμαι πεπεισμένος πως πολλή περισσότερη αλληλεγγύη θα χρειαστεί ακόμα. Γνωρίζω όμως επίσης, ότι η αλληλεγγύη οφείλει να είναι εθελοντική. Πρέπει να έρχεται από την καρδιά και όχι από εξαναγκασμό.»

Jean – Claude Juncker. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 14 Σεπτεμβρίου 2016.

Τα τελευταία δύο χρόνια, η Ευρώπη έχει δεχτεί το μεγαλύτερο ρεύμα προσφύγων από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι περισσότεροι πρόσφυγες έρχονται από τη Συρία, τη Λιβύη και το Αφγανιστάν. Τα κράτη της Ε.Ε. έχουν συμφωνήσει σε μια σειρά μέτρων ώστε να βρεθεί μία από κοινού λύση στη μαζική μετανάστευση πληθυσμών στα εδάφη της. Υπάρχει πράγματι όμως στην πράξη αυτή η κοινή κατεύθυνση μεταξύ των 28 μελών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Και έπειτα, ποια είναι η άποψη των Ευρωπαίων πολιτών; Υπάρχει ταύτιση απόψεων μεταξύ των αποφάσεων των εθνικών – ευρωπαϊκών αρχών και των πολιτών της Ευρώπης;

«Είναι αλήθεια ότι όταν αντιμετωπίσαμε το προηγούμενο καλοκαίρι (2015) το μεγάλο ρεύμα από τη Συρία και τη Λιβύη, η Ευρώπη δεν ήταν προετοιμασμένη. Κανείς δεν περίμενε την ταυτόχρονη κατάρρευση και των δύο καθεστώτων», δήλωσε ο εκπρόσωπος τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μαργαρίτης Σχοινάς. «Ίσως πολλοί να περίμεναν την Ευρώπη να καταρρεύσει κάτω από ένα τέτοιο βάρος αλλά αυτό δε συνέβη. Μέσα σε ένα χρόνο καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα σύστημα με 9 hot-spots σε Ελλάδα και Ιταλία στα οποία καταγράφονται όλοι οι πρόσφυγες και γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που αιτούνται προστασία και των απλών μεταναστών. Έχουμε επίσης ενισχύσει την ασφάλεια στα σύνορα και την ακτοφυλακή, όλα μας τα προγράμματα χρηματοδοτούνται. Τα πάμε καλύτερα!»

Ο κ. Σχοινάς δε δίστασε να παραδεχτεί ότι η Ευρώπη απέτυχε σε τοπικό επίπεδο και στο θέμα της μετεγκατάστασης, ενώ μίλησε και για την αδυναμία της Ευρώπης να ακολουθήσει μια ενιαία κοινή γραμμή. «Παρά τις γενναίες και ηρωικές προσπάθειες από μεριάς Γερμανίας και Σουηδίας, και μικρότερης προσπάθειας από άλλους, υπάρχουν κράτη στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη που αρνούνται να πληρώσουν και να μοιραστούν το βάρος.»

Η περίπτωση του Βελγίου

Το Βέλγιο, μέχρι πρόσφατα, αποτέλεσε μία χώρα με σχετικά εύκολη υποδοχή και ενσωμάτωση των προσφύγων, λόγω και του έντονου πολυπολιτισμικού του χαρακτήρα.  

Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Louise Vanderkelen, από την εφημερίδα La Libre Belgique, στην αρχή, ο προσωρινός χώρος εγκατάστασης ήταν σε πάρκα όπως το Μαξιμιλιάν. Τον πρώτο καιρό, ο αριθμός των προσφύγων που ζούσαν μέσα στα πάρκα έφτανε τους τρεις χιλιάδες. Πολλές οργανώσεις πρόσφεραν βοήθεια, δίνοντας φαγητό, ρούχα και ότι άλλο ήταν απαραίτητο. Σύμφωνα με τη Βελγίδα δημοσιογράφο, η κατάσταση δεν ήταν η ιδανική, καθώς η υπαίθρια διαμονή στα πάρκα, κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες, βοήθησε στην εξάπλωση ασθενειών. «Στην αρχή, τον Ιούλιο του 2015, δεν υπήρχε βοήθεια από την κυβέρνηση γιατί …αιφνιδιάστηκε! Με τον καιρό άνοιγαν ειδικά κέντρα για τους πρόσφυγες ενώ ο αριθμός τους μεγάλωνε λόγω της συνεχόμενης εισροής. Ύστερα από μερικούς μήνες, στα κέντρα υποδοχής, λάμβαναν χαρτί από την κυβέρνηση το οποίο τους αναγνώριζε το καθεστώς του πρόσφυγα, απαραίτητο στάδιο ώστε να ψάξουν μόνοι τους διαμέρισμα και δουλειά. Κάθε μήνα, το κράτος ζητά να επιβεβαιώσει από τους πρόσφυγες ότι πράγματι ψάχνουν ενεργά για δουλειά. Μέχρι να βρει εργασία, ο πρόσφυγας λαμβάνει κρατική κοινωνική βοήθεια, η οποία ωστόσο δεν είναι αρκετή για να ζήσει στις Βρυξέλλες.» Για τη Louise, δεν υπάρχει όριο στο “καλωσόρισμα” από το Βέλγιο. Κάπου εδώ όμως εμφανίζεται ένα πρόσωπο με ισχυρή εναντίωση κατά των προσφύγων.

Ο Γραμματέας του κράτους για το Άσυλο και τη Μετανάστευση και Δήμαρχος του Lubeekk από τον Ιανουάριο του 2013, Theo Francken, με συνδέσεις στο κεντροδεξιό εθνικιστικό και συντηρητικό κόμμα New Flemish Alliance, δηλώνει εντελώς αντίθετος με την εισροή προσφύγων, φτάνοντας στο σημείο να λάβει μέτρα για να «προστατέψει» τη χώρα.

Αρχικά, προτίθεται να αυξήσει δραστικά το κόστος των αιτημάτων για άσυλο, με σκοπό να αποθαρρύνει όσους σκοπεύουν να αποκτήσουν άδεια διαμονής. Το δικαίωμα εγγραφής θα αυξηθεί κατά 250-350 ευρώ. «Αυτή η κυβέρνηση θέλει να επαναπατριστούν, οπότε το μέτρο ευθυγραμμίζεται πλήρως με την πολιτική μας. Πριν, τα πάντα ήταν δωρεάν και θα μπορούσε να παρατείνει τη διαδικασία ες αεί. Σήμερα, που θα πρέπει να πληρώσει, νομίζω, είναι ένα καλό πράγμα», δήλωσε εξηγώντας την απόφασή του.

Ακόμα, προσπαθεί να εξαλείψει το φαινόμενο των «μωρών ευκαιρίας»: Πρόσφυγες που έψαχναν τρόπο για να εγκατασταθούν στην Ευρώπη, δήλωναν ψευδώς ότι έχουν παιδί στην Γερμανία ή την Αυστρία, ζητώντας άδεια διαμονής στην εκάστοτε χώρα.  «Ένα πρόσωπο που είναι ένοχο, δεν μπορεί να αποκτήσει άδεια διαμονής, ή, αυτή μπορεί να ανακληθεί εάν η γονική αίτηση στη συνέχεια κηρυχθεί άκυρη. Ο νόμος για την οικογενειακή επανένωση θα πρέπει επίσης να τροποποιηθεί ώστε να αποφευχθούν τέτοιες ιδιαίτερα δύσκολες καταστάσεις στις οποίες τα παιδιά χρησιμοποιούνται ώστε κάποιοι άλλοι να αποκτήσουν άδεια παραμονής στο Βέλγιο», δηλώνει σε συνέντευξή του ο Βέλγος πολιτικός.

Μάλιστα, για να πετύχει τον σκοπό του, χρησιμοποιεί έντονα και τα κοινωνικά δίκτυα όπως το Facebook, με σκοπό να εξαπλωθεί το μήνυμα ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να έρθει κάποιος μετανάστης στο Βέλγιο. Όπως ανακοίνωσε παλιότερα στο VTM Nieuws, οι περισσότεροι αιτούντες άσυλο δεν είναι πρόσφυγες από τη Συρία, δεν είναι γονείς με παιδιά, αλλά είναι Ιρακινοί. Έτσι λοιπόν, τον Οκτώβριο του 2015, ξεκίνησε μία καμπάνια στο Facebook, η οποία όμως δεν κράτησε για πολύ καιρό, με στόχο να ενημερώσει τους πρόσφυγες, ότι είχαν πολύ λίγες πιθανότητες απόκτησης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο Βέλγιο. Η διαφήμιση αυτή στόχευσε μια συγκεκριμένη ομάδα: «νέους άνδρες μέσα και γύρω από τη Βαγδάτη» περνώντας το μήνυμα ότι δεν έχει νόημα να μεταναστεύσουν στο Βέλγιο.
3-e1479652923733
Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα, το 2015, 1.913 άνθρωποι επαναπατρίστηκαν βίαια από τις βελγικές αρχές. Το 2016, το ποσοστό αυτό θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο, σύμφωνα με την De «Standaard» και «Sudpresse». Ακόμα, ο Theo Francken τόνισε, ότι πρέπει να επισπευσθούν οι μεταφορές στην Ελλάδα.

 

Η περίπτωση της Ουγγαρίας.

Σύμφωνα με υπάλληλο πολιτικού ιδρύματος στη Βουδαπέστη, η Ουγγαρία έχει μεγάλο αριθμό μεταναστών, είτε από γειτονικές χώρες, είτε από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Χαρακτηριστικά, ανέφερε πως οι Ρομά που ζουν στην χώρα, παρόλο που έχουν την ίδια γλώσσα και θρησκεία, βρίσκουν δυσκολίες ενσωμάτωσης, πόσο μάλλον πρόσφυγες που έχουν και διαφορετική κουλτούρα και μιλάνε άλλη γλώσσα.

«Η Ουγγαρία είναι μία χώρα η οποία θέλει να έχει την ελευθερία της δικής της απόφασης στο ποιους και πόσους πρόσφυγες θα δεχτεί ή όχι. Υπάρχει στην χώρα ο φόβος λόγω της προϊστορίας με τις ασταθείς κυβερνήσεις πως και η Ε.Ε. είναι μία αντίστοιχη περίπτωση. Τα σύνορα είναι ανοιχτά για όλους εκτός… και αν δεν έχουν ευρωπαϊκό διαβατήριο, βίζα ή αιτούνται ασύλου.»

Ο πολιτικός επιστήμονας συνέχισε λέγοντας πως σε αυτές τις περιπτώσεις η είσοδος είναι κλειστή. Η διάκριση που υπάρχει είναι πως πρέπει να επιτρέπεται η είσοδος σε πρόσφυγες από εμπόλεμες ζώνες αλλά όχι σε οικονομικούς μετανάστες, ενώ συμπλήρωσε, «παραμένουμε πιστοί στους κανονισμούς της Ευρώπης και μάλιστα συνήθως περισσότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και αυτό δεν μας αναγνωρίζεται. Οπότε δε θέλει η κυβέρνηση να δέχεται μεγαλύτερη παρέμβαση από αυτήν που ασκεί η Ε.Ε.». Ο κυρίαρχος φόβος των Ουγγρικών αρχών, είναι το αίσθημα κινδύνου για την αλλοίωση της ουγγρικής κουλτούρας από άτομα με εντελώς διαφορετικό πολιτισμό και για αυτό φροντίζει να στέλνει το μήνυμα ότι είναι δύσκολο να περάσει κάποιος τα σύνορα της χώρας. Η επίσημη γραμμή της κυβέρνησης είναι πως πρέπει να υπάρχει προστασία στα σύνορα και ελευθερία αποφάσεων από τις ίδιες τις χώρες ως προς την πολιτική που θα ακολουθήσουν. Τέλος, υπάρχει η άποψη πως τα σύνορα της Ιταλίας και της Ελλάδας, οφείλουν να είναι κλειστά ούτως ώστε να κόβεται το ρεύμα των προσφύγων από νωρίς, κάτι που στοχεύει στην αποφυγή της Ουγγαρίας να ασχοληθεί με τους πρόσφυγες.

Οι Κροάτες θυμούνται..

«Ο μεγαλύτερος φόβος των πολιτών της Κροατίας είναι πως οι πρόσφυγες φέρνουν την τρομοκρατία και μπορούν να κλέψουν τις δουλειές από τους ντόπιους, σε μία περίοδο που η ανεργία είναι ήδη υψηλή», αναφέρει η Natasa Vidakovic, δημοσιογράφος του εθνικού κροατικού καναλιού. Υπάρχει ωστόσο κόσμος ο οποίος τους στηρίζει, ενθυμούμενος τα δεινά των Βαλκανικών λαών τη δεκαετία του ’90. Ο κροατικός λαός δε δίστασε να προσφέρει κάθε είδους βοήθεια σε πρόσφυγες, προσφέροντας στέγη να διανυκτερεύσουν, μοιράζοντας φαγητό, ενώ υπήρξαν και περιστατικά με αστυνομικούς να προσφέρουν βοήθεια σε μητέρες με τα μωρά τους και την καλοσύνη να μην σταματάει εκεί.

Οι Ισπανοί στηρίζουν δυναμικά τους πρόσφυγες

Σύμφωνα με την Marina Force Castells, δημοσιογράφο του καταλανικού μέσου social.cat και της El Impuntual, οι Ισπανοί είναι σε μεγάλο βαθμό υπέρ της υποδοχής και της φιλοξενίας των προσφύγων. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της προσφυγικής κρίσης, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, Φθινόπωρο του 2015, 8/10 Ισπανούς επιθυμούσαν να δουν την κυβέρνησή τους να προσφέρει βοήθεια στους πρόσφυγες, τη στιγμή που ο μέσος όρος  στην Ευρώπη κυμαινόταν στο 65%. Όσον αναφορά τις αιτήσεις ασύλου, σύμφωνα με πηγή από το europein.org, μονάχα το 12% του ισπανικού πληθυσμού απορρίπτει την πολιτική ασύλου.

Οι Ισπανοί, δε δείχνουν να συμμερίζονται το συσχετισμό προσφυγικού ζητήματος και τρομοκρατίας, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.

«Παρά το γεγονός ότι όποιες αντί-προσφυγικές απόψεις μπορούν να εντοπιστούν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι πολίτες της Ισπανίας έχουν δείξει πραγματική συμπαράσταση, κάτι που ίσως να οφείλεται και στην ίδια μας την ιστορία της μετανάστευσης και της αναζήτησης ασύλου», αναφέρει η Marina. Η Ισπανία δείχνει να μην έχει ξεχάσει την ιστορία της εξορίας. Μεταξύ του 1936 έως το 1939, η Ισπανία υπέφερε από έναν αιματηρό εμφύλιο ενώ πέρασε δύσκολα χρόνια και υπό την δικτατορία του Φράνκο έως και το 1975. Επομένως ο ισπανικός λαός δείχνει να ταυτίζεται με τις ιστορίες των προσφύγων. 

screenshot_6

Μικρός αριθμός πολιτών αντιτίθεται  στην υποδοχή προσφύγων, με κύριο επιχείρημα την υψηλή ανεργία και πως δεν υπάρχει χώρος για νέα εργατικά χέρια. «Υπάρχουν αναφορές και στην τρομοκρατία, αλλά ειλικρινά, είναι η μειονότητα», αναφέρει η Marina.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι όταν ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Mariano Rajoy, συμφώνησε να υποδεχτεί λιγότερους από τους μισούς από τους έξι χιλιάδες πρόσφυγες που ζήτησε η Ε.Ε., ο ισπανικός λαός αντέδρασε. «Οι τοπικές αρχές της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης, κάλεσαν τους πολίτες σε όλη την χώρα να προσφέρουν άσυλο και βοήθεια στους πρόσφυγες, με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός δικτύου όπου καταγράφονταν οι Ισπανοί πολίτες οι οποίοι δέχονταν να φιλοξενήσουν πρόσφυγες στα σπίτια τους», ανέφερε η Marina. Εν τέλει, ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, κατέληξε να αποδεχτεί την πρόταση της Ε.Ε. με επιπλέον 14.931 πρόσφυγες και όχι 2.379 που ήταν η αρχική συμφωνία.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες επιθυμούν μία κοινή λύση

2016-11-20-12-44-54

Η έρευνα «Border Protection and Freedom Movement – What people expect of european asylum and migration policies», των Catherine de Vries και Isabell Hoffmann, που πραγματοποιήθηκε από το ίδρυμα Bertelsmann τον Δεκέμβριο του 2015 και δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2016, παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα πραγματικότητα σε επίπεδο πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την μελέτη, η πλειοψηφία των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι υπέρ της στήριξης των προσφύγων μέσω μιας Ευρωπαϊκής κοινής συνεργασίας και μάλιστα μεγάλος αριθμός πολιτών, πιστεύουν πως οι χώρες που δεν μοιράζονται το βάρος, πρέπει να έχουν συνέπειες.

Ενδεικτικά:

– 79% των Ευρωπαίων πολιτών πιστεύουν πως η Ε.Ε. οφείλει να έχει μια κοινή Ευρωπαϊκή γραμμή πάνω στο μεταναστευτικό.

– 52% πιστεύουν πως η Ε.Ε. πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη για το μεταναστατευτικό.

– 27% από τους ερωτηθέντες πιστεύουν πως η ευθύνη πρέπει να μοιραστεί μεταξύ Ε.Ε. και των κρατών μελών.

– 79% των πολιτών θεωρούν την ελεύθερη μετακίνηση πολιτών εντός της Ε.Ε. μεγάλης σημασίας και πως αυτό το δικαίωμα πρέπει να προστατευτεί οπωσδήποτε.

– 87% πιστεύουν πως η Ευρώπη έχει κοινό καθήκον να προστατεύσει τα εξωτερικά της σύνορα.

– 79% των Ευρωπαίων που ρωτήθηκαν στην έρευνα πιστεύουν πως όσοι αναζητούν άσυλο πρέπει να κατανεμηθούν δίκαια μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε.

– 69% από τους ερωτηθέντες, πιστεύουν πως πρέπει να μειωθεί η οικονομική στήριξη εκ μέρους της Ε.Ε. προς τις χώρες που αρνούνται να δεχτούν τον αριθμό των προσφύγων που τους αναλογεί.

screenshot_1

Υπάρχουν και περιπτώσεις μελών κρατών με μεγάλες αντιφάσεις απόψεων. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Πολωνία. Σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα, το 60% των ερωτηθέντων Πολωνών πολιτών, συμφωνούν πως η Ε.Ε. πρέπει να είναι υπεύθυνη για το μεταναστατευτικό. 18% σε συνεργασία με το κράτος και 24%, μόνο το κράτος. Το 90% πιστεύει πως πρέπει να υπάρχει ελεύθερη μετακίνηση πολιτών εντός Ε.Ε. και το 91% είναι σύμφωνο στην ύπαρξη μίας κοινής πολιτικής γραμμής στα σύνορα. Ωστόσο, ότι αφορά το δίκαιο καταμερισμό των προσφύγων στα κράτη, το 54% δηλώνει κατά και το 64% θεωρεί πως δεν πρέπει να υπάρξουν συνέπειες για όσα κράτη αρνούνται να μοιραστούν το βάρος. Το 71% των πολιτών θεωρεί τους ξένους βάρος και μάλιστα το 29% νιώθει σαν ξένοι στην πατρίδα τους και όλα αυτά στην Πολωνία όπου το ποσοστό των ξένων αγγίζει μονάχα το 0.3% του πληθυσμού. Ενδιαφέρον προκαλεί, πως το 64% των Πολωνών(που αποτελεί και το μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτηθέντων πολιτών), είναι εναντίον της μείωσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων προς χώρες που αρνούνται να συμμετέχουν στην κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση του προσφυγικού.
screenshot_7screenshot_4screenshot_3

screenshot_5

Εν τέλει…

Share Button