Μόλενμπεκ: Στη «γειτονιά των τζιχαντιστών» κάποια θύματα θεωρούνται θύτες

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, 18 Νοεμβρίου 2016, Σταύρος Μαλιχούδης

«Την ημέρα μετά τις επιθέσεις στις Βρυξέλλες, μπορούσα ήδη να καταλάβω τη διαφορά. Με το που βγήκα απ’ το σπίτι μου, συνειδητοποιήσα πως οι άνθρωποι πλέον με κοιτούσαν διαφορετικά, τα βλέμματα τους έμεναν στο πρόσωπό μου περισσότερο από ότι συνήθως. Παρόλα αυτά, οι ημέρες εκείνες ήταν σαν εφιάλτης για όλους. Μοιραζόμασταν όλοι τον ίδιο πόνο».

Γεννημένος και μεγαλώμενος κοντά στη συνοικία του Μόλενμπεκ, με ανθρώπους κάθε καταγωγής, σε μια εποχή που «δεν μας ενδιέφερε καν να γνωρίζουμε την θρησκεία των φίλων μας, μοιραζόμασταν τον σεβασμό και την ανεκτικότητα μεταξύ μας», όπως δείχνει νοσταλγικά να θυμάται, ο Οσάμα Μαγκφούρ μας ξεναγεί στην περιοχή που τα τελευταία χρόνια κάνει τον γύρο του κόσμου ως «η φωλιά των τζιχαντιστών εντός της Ευρώπης». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια εργατική συνοικία, αρχιτεκτονικά όχι τρομερά διαφορετική από τις υπόλοιπες Βρυξέλλες, στην οποία βρίσκονται εγκατεστημένοι πολλοί μετανάστες και παιδιά μεταναστών, από τις χώρες του Μάγκρεμπ κυρίως και ιδιαίτερα το Μαρόκο.

Συμφώνησε να μας δώσει μια εικόνα του τι σημαίνει να είσαι νεαρός μουσουλμάνος στην Ευρώπη σήμερα, στη συγκυρία της αναβίωσης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, επί του ευρωπαϊκού εδάφους. Ή, αλλιώς, κι όπως προκύπτει απ’ την κουβέντα μας μαζί του, πως είναι να αντιμετωπίζεσαι ως δυνάμει ύποπτος διαρκώς, ως ένοχος για κάτι στο οποίο δεν συμμετείχες.

«Είναι όμορφα εδώ», παρατηρεί ο Αμίν ελ Μοράμπιτ, κοιτάζοντας τα μαγαζιά με τις επιγραφές στα βέλγικα και τα αραβικά κατά μήκος του δρόμου, τα μαροκινά εστιατόρια και τα καταστήματα ρουχισμού, τους περαστικούς που κοντοστέκονται και χαιρετάνε τους γνωστούς τους. «Νιώθεις λες και είσαι λίγο στο Μαρόκο, λίγο στο Βέλγιο. Είναι σαν τη γειτονιά μου στη Χάγη: όταν θέλω να εξηγήσω στους φίλους μου εδώ που μένω στην Ολλανδία, λέω: στο Μόλενμπεκ της Χάγης». Στα 23 του χρόνια, έχοντας προλάβει να εργαστεί στο Ολλανδικό υπουργείο Εξωτερικών, ο ολλανδομαροκινός νέος άφησε την πόλη του και μετακόμισε περίπου 170 χιλιόμετρα νοτιότερα, για να πραγματοποιήσει ένα μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Συγκρούσεις στην πόλη του ξαδέρφου του, Οσάμα.

molenbeek-3

«Δεν μπορώ να πω τι επιπτώσεις είχαν στη ζωή των μουσουλμάνων εδώ οι επιθέσεις», απαντάει, «γιατί ήρθα μόλις πριν λίγους μήνες. Μπορώ να σας πω, όμως,  ένα περιστατικό που βίωσα στη Χάγη. Οι επιθέσεις του Νοεμβρίου στο Παρίσι, λοιπόν, έγιναν βράδυ Παρασκευής. Όταν τη Δευτέρα έφτασα στο γραφείο, θυμάμαι πως αυτό που με ρωτούσαν ήταν το εξής: «πως νιώθεις εσύ για αυτό που συνέβη;» Με την έμφαση να δίνεται ακριβώς στο “εσύ”. Και ήταν η πρώτη φορά που βρήκα τον εαυτό μου να έχει ένα αίσθημα πως, με κάποιον τρόπο, επειδή είμαι μουσουλμάνος, οι υπόλοιποι περίμεναν από εμένα να έχω μια διαφορετική άποψη από τον μέσο άνθρωπο, σχετικά με όσα είχαν συμβεί. Τότε κατάλαβα πραγματικά τι αντίκτυπο μπορεί να έχουν οι επιθέσεις, ακόμη και σε μορφωμένους ανθρώπους».

Ο 27χρονος Ζάιντ Καλίντ Μαχμούντ έχει επίσης λίγο καιρό στις Βρυξέλλες. Κατάφερε να διαφύγει από την Μοσούλη – την λεγόμενη «πρωτεύουσα του Ισλαμικού Κράτους» που βρίσκεται υπό πολιορκία αυτές τις ημέρες-, όπου η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο λόγω της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας. Ακολουθώντας τη γνωστή, πια, πορεία – Τουρκία, Ελλάδα, Βαλκάνια, κεντρική Ευρώπη – κατέληξε στο Βέλγιο. Σήμερα, συνεχίζει τις ακαδημαϊκές του σπουδές και συμμετέχει σε ένα μουσικό συγκρότημα, μέσα από την οργάνωση Refugees Got Talent. Όταν έγιναν οι επιθέσεις στις Βρυξέλλες, ωστόσο, δεν του είχε παραχωρηθεί ακόμη πολιτικό άσυλο.

«Είναι εκπληκτικό πως το Μόλενμπεκ θεωρούνταν γενικά μια γειτονιά ήσυχη και σε μια στιγμή, μονομιάς, όλα άλλαξαν και κατέληξε να θεωρείται ένα τόσο επικίνδυνο μέρος. Εγώ συνήθιζα να συχνάζω εδώ, υπάρχουν κάποια ωραία τούρκικα και μαροκινά εστιατόρια, και μετά τις επιθέσεις οι φίλοι μου άρχισαν να μου συνιστούν να μην επισκέπτομαι πια την περιοχή. Απορούσα- είναι η ίδια γειτονιά. Και μου εξηγούσαν πως κάποιοι από τους δράστες ήταν από το Μόλενμπεκ, και αν υπάρχει κάποια κάποια υπηρεσία πληροφοριών, και σε δουν να βρίσκεσαι συχνά εκεί, να μιλάς με άλλους μουσουλμάνους, μπορεί να σε θεωρήσουν ύποπτο και να επηρεαστεί η διαδικασία σου για την αίτηση ασύλου». Η αστυνομία τον σταματούσε για έλεγχο κάθε φορά που επισκεπτόταν την περιοχή. Δεν τον ενοχλούσε- στην πόλη του είχε βιώσει χειρότερα. Ένιωθε απλώς άσχημα, λέει, καθώς  σκεφτόταν πως λόγω ελάχιστων ατόμων, τα πάντα είχαν αλλάξει για χιλιάδες άλλους.

Οι μη μουσουλμάνοι φίλοι του Ζάιντ, συνεχίζει, δίσταζαν να βρεθούν στην περιοχή. «Τους λέγαμε να συναντηθούμε εκεί, και απαντούσαν: σοβαρά τώρα, δεν μπορούμε να βρεθούμε κάπου αλλού, οπουδήποτε αλλού;». Γνωρίζει άλλες περιπτώσεις, μουσουλμάνων Βέλγων από μαροκινούς γονείς, όπου οι μέχρι πρότινος παρέες τους σταδιακά αποστασιοποιήθηκαν, υποστηρίζοντας πως δεν είχαν πια χρόνο για να κάνουν πράγματα μαζί.

Σύντομα, όμως, ο ίδιος άρχισε να παρατηρεί όμοιες αντιδράσεις και στον εαυτό του. «Κάποια στιγμή ακόμα και εγώ  άρχισα να λέω στους φίλους μου να μην περνάμε πολλή ώρα εκεί, να θεωρώ πως δεν είναι καλό μέρος. Εάν ακόμη και εμείς, οι μουσουλμάνοι, καταλήξαμε να σκεφτόμαστε πως η γειτονιά είναι γεμάτη τρομοκράτες, φανταστείτε πως θα σκεφτόταν η κοινή γνώμη». Πλέον, όταν ο μάνατζερ του πρόκειται να κλείσει κάποια συναυλία, ο Ζάιντ του ζητά να μην είναι στο Μόλενμπεκ. «Ξέρω πως πολλοί θα φοβούνται και δεν θα έρθουν.»

molenbeek-1

Ο ρόλος των Μέσων στην προώθηση αυτής της ατμόσφαιρας γύρω από την φτωχική συνοικία των Βρυξελλών δεν είναι αμελητέος.

Από τις δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, ήδη, ακαδημαϊκές έρευνες και μελέτες έκαναν λόγο για αρνητική αναπαράσταση του Ισλάμ από τα δυτικά Μέσα και υπογράμμιζαν την μιντιακή εστίαση στην σύνδεσή του Ισλάμ και των μουσουλμάνων με αρνητικές ειδήσεις. Στην μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή, η τάση αυτή προοδευτικά διογκώνεται. Οι επιθέσεις ισλαμιστικής τρομοκρατίας σε ευρωπαϊκό έδαφος τη περασμένη δεκαετία, με κυριότερες τη βομβιστική επίθεση στη Μαδρίτη και το μετρό του Λονδίνου, το 2004 και 2005 αντίστοιχα, μόνο αρνητικά θα μπορούσαν να επηρεάσουν. Η δυνατότητα ύπαρξης ενός Ισλάμ εντός Ευρώπης, συχνά με όρους αμφιβολίας από ορισμένες πλευρές, καταλαμβάνει μεγάλο χώρο στο δημόσιο διάλογο και το ενδιαφέρον γύρω από τις ευρωπαϊκές μουσουλμανικές κοινότητες είναι σημαντικό. Έτσι, από τις επιθέσεις του Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι έως και σήμερα, δεκάδες τηλεοπτικά συνεργείά καταφθάνουν στο Μόλενμπεκ κάθε βδομάδα, απαθανατίζοντας την συνοικία με ένα τρόπο που, όπως και οι τρεις συνομιλητές μας συμφωνούν, προξενεί ανησυχία στους κατοίκους της.

«Περπατάω εδώ γύρω πολύ,  μερικούς μήνες τώρα, και για να είμαι ειλικρινής δεν αναγνωρίζω στη γειτονιά όσα λένε για αυτήν τα Μέσα. Νομίζω πως υπάρχει μια άλλη πλευρά, περισσότερο σημαντική, η οποία δεν προβάλλεται καθόλου», σχολιάζει ο Αμίν.

Εκτιμάει πως υπάρχει διαφορά μεταξύ των δελτίων ειδήσεων που προβάλλονται στην τηλεόραση και των ντοκιμαντέρ που ερευνούν ένα ζήτημα. «Τα θέματα στα δελτία πρέπει να είναι σύντομα και πιασάρικα, να μπορεί να τα βλέπει και να τα καταλαβαίνει ο καθένας. Έχω δει κάποια ντοκιμαντέρ αυτές τις εβδομάδες, γιατί πρόσφατα ήταν η επέτειος των επιθέσεων στο Παρίσι και δημοσιογράφοι και κινηματογραφιστές ήρθαν στο Μόλενμπεκ για να δείξουν πως είναι η περιοχή, ένα χρόνο μετά». Στα ντοκιμαντέρ αυτά, προσθέτει, μπορεί κανείς να δει «όντως το πραγματικό Μόλενμπεκ. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχουν μια βαθύτερη κατανόηση του τι συμβαίνει, δείχνουν την πραγματική εικόνα.»

Ο Ζάιντ θυμάται ένα περιστατικό που του έτυχε, όταν λίγες ημέρες πριν τη συνάντησή μας βρισκόταν και πάλι στη γειτονιά, για γύρισμα με έναν ξένο δημοσιογράφο. «Καθώς μιλούσαμε», λέει, «εμφανίστηκαν δύο Άραβες, περαστικοί. Νομίζω ήταν ένας Αιγύπτιος και ένας Μαροκινός. Κι έκατσαν και μίλησαν μαζί μας, απάντησαν ορισμένες ερωτήσεις. Ο δημοσιογράφος ξαφνιάστηκε, αργότερα μου είπε ότι νόμιζε πως είτε θα του επιτίθενταν, ή θα φώναζαν να σταματήσει να βιντεοσκοπεί.»

molenbeek-4

Παρόμοιο περιστατικό έτυχε και κατά τη διάρκεια της βόλτας μας με τα δύο ξαδέρφια. Καθώς περπατούσαμε στα δρομάκια του Μόλενμπεκ, μια παρέα από πιτσιρικάδες έτρεξε προς το μέρος μας κι άρχισε να μιλά στα γαλλικά- καταλάβα μοναχά τη λέξη «φωτογραφία». Νόμισα πως μας ζητούσαν να μη βγάζουμε φωτογραφίες, το δέχθηκα, αλλά στην στιγμή μου εξηγήθηκε πως οι μικροί είχαν ακούσει όσα λέγαμε μεταξύ μας περνώντας από δίπλα τους, και ήθελαν απλώς να μας ενημερώσουν ότι η πινακίδα που θέλαμε να φωτογραφήσουμε είχε αφαιρεθεί από το μέρος που βρισκόταν.

«Η κάλυψη από τα Μέσα είναι πάντα διαφορετική», λέει με απόλυτη φυσικότητα ο Οσάμα. Για παράδειγμα, όταν πριν από τέσσερα χρόνια πραγματοποιήθηκε βομβιστική επίθεση σε τζαμί της συνοικίας των Βρυξελλών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ιμάμη, «δεν έγινε ποτέ πρώτο θέμα» λέει χαρακτηριστικά. «Αντίθετα, όταν έγινε μια επίθεση στη Γαλλία, στην οποία οι δράστες μαχαίρωσαν και σκότωσαν έναν ιερέα μέσα στο ναό, έγινε αμέσως πρωτοσέλιδο. Υπάρχει μια γενική τάση στα Μέσα», προσθέτει, «σαν να μοιράζονται μια κοινή γραμμή. Πρόκειται για επιλεκτική προβολή. Είναι στενάχωρο, αλλά είναι η θλιβερή πραγματικότητα».

Από πλευράς του, ο πιο νέος της παρέας, ο Αμίν παραμένει σκεπτικός. «Σε κάθε περίπτωση, έχουμε ελευθερία Τύπου και έκφρασης. Οι δημοσιογράφοι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Αλλά, εάν μιλούσα μαζί τους, σίγουρα η πρώτη ερώτηση που θα τους έκανα θα ήταν εάν είναι ευχαριστημένοι. Εάν έχουν επίγνωση του τι αντίκτυπο μπορούν να έχουν τα άρθρα τους. Θα ήταν, για παράδειγμα, ίδια η αντίδραση της κοινωνίας εάν οι Αχμέντ Μεραμπέτ (σ.σ. ο αστυνομικός που πέθανε στο Σαρλί Εμπντό) και Λασανά Μπατιλί (σ.σ. ο νεαρός sans papier που συνέβαλε στην θετική λήξη της ομηρίας στο εβραϊκό παντοπωλείο), έπαιρναν όση προσοχή πήραν οι τρομοκράτες;».

«Εμείς είμαστε τα πρώτα θύματα των επιθέσεων», τονίζει ο Οσάμα, θυμίζοντας την αντίστοιχη ρήση του Γάλλου προέδρου, Φρανσουά Ολάντ, μετά την επίθεση στο Σαρλί Εμπντό. «Είμαστε οι πρώτοι που υφίστανται τις συνέπειες των επιθέσεων, γινόμαστε δακτυλοδεικτούμενοι, έχει επιπτώσεις στις μουσουλμάνες γυναίκες που φοράνε μαντήλα. Πολλοί αρχίζουν να νομίζουν πως, επειδή είμαστε μουσουλμάνοι, είμαστε και τρομοκράτες. Ωστόσο, δε χρειάζεται να είσαι μουσουλμάνος ή καθολικός για να καταδικάσεις τέτοιες επιθέσεις: το κατηγορούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Όλοι είμαστε ενάντια, δεν έχει να κάνει με τη θρησκεία. Είναι συμπεριφορά επιθετική, ψυχικά διαταραγμένη. Ούτε ως μουσουλμάνοι φοβόμαστε λιγότερο, όπως με ρωτάνε. Μοιραζόμαστε τον ίδιο φόβο, στο ίδιο πλοίο είμαστε», καταλήγει.

Μέσα από τα ρεπορτάζ που έγιναν για το Μόλενμπεκ μετά τις επιθέσεις σε Παρίσι και Βρυξέλλες, έγινε γνωστό ένα ιδιότυπο καθεστώς αποκλεισμών που βίωναν οι κάτοικοι του προαστίου του διοικητικού κέντρου της Ευρώπης, ιδίως οι νεότεροι. Μιλώντας σε μεγάλα Μέσα, νέοι και νέες της περιοχής υποστήριζαν πως αναγκάζονταν, στις αιτήσεις και συνεντεύξεις για θέσεις εργασίας, να δώσουν ως διεύθυνσή τους άλλη απ’ την πραγματική- επίσης, μιλούσαν για τις συγκριτικά λιγότερες ευκαιρίες που μπορεί να έχει κανείς απλώς λόγω του ονόματός του. Όταν ζητάω να μάθω αν τα άνωθι ισχύουν, οι τρεις γνέφουν καταφατικά.

«Είναι λυπηρό αλλά είναι αλήθεια», λέει ο Οσάμα. «Εάν εγώ και κάποιος με άλλο όνομα έχουμε ακριβώς το ίδιο βιογραφικό, θα πάρουν εκείνον». «Οι άνθρωποι μπορεί κάποια στιγμή να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στην κοινωνία, δεν έχουν όλοι τον ίδιο βαθμό αντοχής», προσθέτει ο Αμίν. «Εάν κάνεις αίτηση για μια δουλειά δέκα φορές, και δεν σε καλούν ποτέ ούτε για συνέντευξη, επειδή το όνομά σου είναι διαφορετικό, επειδή δεν σε λένε Ζαν Πιερ ή Γιαν στο Βέλγιο, ή Χανκ, στην περίπτωση της Ολλανδίας, σίγουρα κάποτε θα παραιτηθείς κι εσύ».

molenbeek-2

Κι ενώ ο Οσάμα επισημαίνει πως ορισμένοι νέοι στο Μόλενμπεκ έχουν χάσει πλήρως την πίστη τους στο μέλλον – «όσοι πηγαίνουν να πεθάνουν στην Συρία το κάνουν συνήθως ώστε, πεθαίνοντας, να έχουν μια καλύτερη ζωή στον άλλο κόσμο» -, θυμίζοντας τη περίφημη ρήση του Ολιβιέ Ρουά πως «ο κόσμος γεμάτος συγκινήσεις, ήλιο και αίμα που προσφέρει η ένταξη στο Ισλαμικό Κράτος φαντάζει για πολλούς μια καλύτερη προοπτική από το να πάρουν σύνταξη απ’ τα Μακ Ντόναλντς», ο Ζάιντ προσφέρει μια άλλη εικόνα, για τους νέους που βρίσκονται ακόμη στο Μόλενμπεκ . «Μία ολόκληρη γεννιά θεωρείται ένοχη για κάτι που δεν έκανε, αυτό δεν μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα. Πολλοί έχουν κουραστεί από τις κάμερες συνεχώς στη γειτονιά τους, από το να κατηγορούνται ως τρομοκράτες και εξτρεμιστές, και κάποιοι αντιδρούν νευρικά, είναι πολύ αγχωμένοι».

«Ως κοινότητα, προσωπικά προσπαθώ να βελτιώσω αυτή την εικόνα μιλώντας σε  άλλους ανθρώπους», λέει ο Αμίν. «Γι’ αυτό, όταν με ρωτάνε, με περηφάνια λέω πως ζω στο Μόλενμπεκ, με περηφάνια λέω πως οι γονείς μου γεννήθηκαν στο Μαρόκο και με περηφάνια λέω πως έχω δύο εθνικότητες. Και καλώ τον καθένα να κάνει το ίδιο».

«Αυτό που στεναχωρεί εμένα περισσότερο, ωστόσο», συνεχίζει, «είναι πως αν και μπορεί να μιλάς με ανθρώπους που θεωρείς πως είναι πολιτισμένοι, με υψηλή μόρφωση και ούτω καθεξής, οι προτάσεις και οι φράσεις που χρησιμοποιούν αποδεικνύουν πως ακόμη και τώρα ξαφνιάζονται, όταν δουν έναν νεαρό Ολλανδό-μαροκινό που κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, που πήγε στο πανεπιστήμιο και τώρα κάνει μεταπτυχιακό, που συνεισφέρει στην κοινωνία. Πάντα λένε με κάποιο τρόπο: ναι, αλλά ξέρεις, στην περίπτωσή σου δούλεψε καλά, πέτυχε. Εγώ απαντάω: Δεν είναι μόνο η δική μου, είναι πολλές οι περιπτώσεις που “πέτυχε”. Το ότι δεν μιλάνε μπροστά σε μια κάμερα είναι ένα πράγμα, αλλά είναι εκεί.

«Και είναι δική σου υποχρέωση να ψάξεις για εκείνους», συνεχίζει, «όπως είναι δική τους υποχρέωση να ψάξουν για εσένα. Και αυτό είναι που θέλεις, θες μια κοινωνία ανοιχτή, χωρίς αποκλεισμούς.  Μια κοινωνία όπου ο καθένας μπορεί να πει: είμαι Μαροκινός, αλλά είμαι Ολλανδός, ή είμαι από το Σουρινάμ, αλλά είμαι Ολλανδός, και είμαι Τούρκος, αλλά είμαι Βέλγος. Και είμαι περήφανος που είμαι και τα δύο, και πρέπει να έχω αυτή την δυνατότητα να είμαι περήφανος και για τα δύο».

«Αυτό είναι που χρειαζόμαστε», προσθέτει. «Όχι ανθρώπους να σε κρίνουν για το από που είσαι ή για την εμφάνισή σου, αλλά να σε κρίνουν για το τι λες, το πως φέρεσαι στους ανθρώπους, τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι. Αυτές είναι οι ανθρωπιστικές αξίες που όλοι μοιραζόμαστε».

molenbeek-3

«Εγώ είμαι Βέλγος», παίρνει το λόγο ο Οσάμα, ενώ περπατάμε αργά προς το σταθμό του μετρό. «Γεννήθηκα εδώ, αισθάνομαι βαθιά Βέλγος, τρώω πατάτες τηγανιτές, μου αρέσουν τα μύδια. Το Μαρόκο για εμένα είναι ο τόπος όπου πηγαίνω διακοπές». Έχει φίλους κάθε καταγωγής: «αυτό μου έμαθε το Βέλγιο. Δεν έχει σημασία η θρησκεία, η τάξη ή το χρώμα, για εμένα. Και παρά τα προβλήματα, πάντα μπορείς να σκέφτεσαι πως είσαι χαρούμενος που βρίσκεσαι εδώ, στις Βρυξέλλες, που γνωρίζεις ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Κι αντίστοιχα με τις δουλειές: το ότι δεν βρίσκεις δουλειά μπορεί να είναι κίνητρο, να δημιουργήσεις τη δική σου δουλειά για εσένα».

Τη στιγμή που αποχαιρετιόμαστε, στεκόμενοι έξω από ένα μαροκινό εστιατόριο με το αυτοκόλλητο I love Molenbeek πάνω στην πόρτα του, ο Οσάμα θέλει να πει κάτι ακόμη. «Δεν είναι μουσουλμάνοι εκείνοι που σκότωσαν τόσους ανθρώπους, είναι άνθρωποι τρελοί. Και σκότωσαν και μουσουλμάνους, ξέρουμε έναν που πέθανε. Τους ανθρώπους που έχουν προκαταλήψεις, τους καλώ να έρθουν να μιλήσουν μαζί μας».

«Εάν θέλετε να μάθετε κάτι για τους μουσουλμάνους», επεμβαίνει ο Αμέν, «πηγαίντε και μιλήστε μαζί τους. Μην φοβάστε. Δεν πρόκειται να σας ανατινάξουν επί τόπου, αυτό είναι υπερβολικά ηλίθιο. Μιλήστε μαζί τους, προσπαθήστε να δείτε τι πραγματικά πιστεύουν. Mην αφήνετε την άποψή σας να κατασκευάζεται από άλλους».

 

Share Button