ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΜΜΕ Θεσσαλονίκης: Σε κρίσιμο σταυροδρόμι ή μήπως σε αδιέξοδο;

Του Κωστή Κοτσώνη

 

Είναι οχτώ το πρωί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τα αστικά λεωφορεία, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα καταστήματα είναι γεμάτα από κόσμο. Μερικοί κάνουν ήδη το πρώτο τους διάλειμμα και απολαμβάνουν έναν γρήγορο καφέ.

Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους αξιοποιούν το μικρό κενό ανάμεσα στις υποχρεώσεις τους για να ενημερωθούν για τα πρωινά νέα. Σχεδόν όλοι κρατούν ένα κινητό στο χέρι και διαβάζουν βιαστικά τους τίτλους που περνούν ασταμάτητα από μπροστά τους. Τα ενημερωτικά ραδιόφωνα ακούγονται από τα ανοιχτά παράθυρα κάποιων αυτοκινήτων. Λίγο παραδίπλα, στα περίπτερα και τα ψιλικατζίδικα, οι εφημερίδες κρέμονται από τα μανταλάκια. Σχεδόν κανείς δεν τις αγοράζει. Ίσως μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι.

Αυτή η εικόνα συνοψίζει τη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της Θεσσαλονίκης. Μια κατάσταση που υφίσταται λίγο-πολύ σε ολόκληρο τον κόσμο, στη Θεσσαλονίκη, όμως, έχει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Στο πλαίσιο του έβδομου ελληνο-γερμανικού workshop δημοσιογραφίας Dialoggers, που φέτος διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη από το ίδρυμα Konrad Adenauer Stiftung, κάναμε με το συνάδελφο Eike Hagen Hoppmann μία έρευνα για την κατάσταση, τις προκλήσεις και το πιθανό μέλλον των τοπικών ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή. Στο πλαίσιο της έρευνας συνομιλήσαμε με ανθρώπους διαφόρων ειδικοτήτων και τους ζητήσαμε να μας δώσουν τα φώτα τους για την κατάσταση στην οποία έχουν βρεθεί τα τοπικά ΜΜΕ.

 

Θεσσαλονίκη: Φτωχομάνα και στα ΜΜΕ

Ο κ. Γιάννης Κοτσιφός είναι διευθυντής της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης (ΕΣΗΕΜ-Θ) και μέλος στη Διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων (European Federation of Journalists). Κατά τη συνομιλία μας ήταν πολύ συγκεκριμένος στην περιγραφή των «ιδιαιτεροτήτων» που παρουσιάζει το οικοσύστημα των ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη: «Στη Θεσσαλονίκη δεν έχουμε σχεδόν καθόλου ημερήσιες εφημερίδες. Επίσης, υπάρχει έλλειψη οργανωμένων γραφείων ανταπόκρισης από Αθηναϊκά Μέσα, πληθώρα υποστελεχωμένων [ενημερωτικών] ιστοσελίδων και εξαιρετικά επισφαλείς θέσεις εργασίας».

 

Ο Γιάννης Κοτσιφός.

 

Πράγματι, αυτή τη στιγμή η Θεσσαλονίκη έχει μόλις μία ημερήσια ενημερωτική εφημερίδα, τον Τύπο Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για μία εφημερίδα έκτασης μόλις δεκαπέντε σελίδων, η οποία απασχολεί μια ολιγομελή συντακτική ομάδα και καταπιάνεται με τοπικά αλλά και πανελλαδικού ή παγκόσμιου ενδιαφέροντος ζητήματα.

Στην κατηγορία των εβδομαδιαίων εφημερίδων τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα αλλά και πάλι αναιμικά. Εκτός από την ιστορική εφημερίδα Μακεδονία, που έκλεισε προσωρινά το φθινόπωρο του 2017 και επανήλθε τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι αναγνώστες μπορούν να προμηθευτούν την εφημερίδα ThessNews και τη free-press εφημερίδα Karfitsa. Όλες αυτές οι εφημερίδες είναι διαθέσιμες κάθε σαββατοκύριακο. Όπως ο Τύπος Θεσσαλονίκης, έτσι και αυτές δημοσιεύουν έναν συνδυασμό ειδήσεων με τοπικό και εθνικό ή παγκόσμιο ενδιαφέρον.

Πού στρέφονται, λοιπόν, οι Θεσσαλονικείς για να ενημερωθούν; Όπως μας εξηγεί ο κ. Νίκος Παναγιώτου, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, το διαδίκτυο και σε μικρότερο βαθμό η τηλεόραση έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον των περισσότερων μακριά από τις εφημερίδες, όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο. Από εκεί και πέρα, όμως, τα αθλητικά ραδιόφωνα έχουν την υποστήριξη μεγάλου μέρους του κοινού, κάτι που συνιστά πρωτοτυπία της Θεσσαλονίκης σε σχέση με άλλες ελληνικές πόλεις.

 

Ο Νίκος Παναγιώτου.

 

«Μια άλλη ιδιαιτερότητα», συμπληρώνει ο κ. Παναγιώτου, «είναι η ύπαρξη στη Θεσσαλονίκη δύο δημοτικών Μέσων από τα πιο επαγγελματικά και επιτυχημένα πανελλαδικά». Εννοεί τη δημοτική τηλεόραση TV100 και το δημοτικό ραδιόφωνο FM100, που λειτουργούν κάτω από την ομπρέλα της Δημοτικής Επιχείρησης Πληροφόρησης, Θεάματος και Επικοινωνίας (ΔΕΠΘΕ).

Ο κ. Κοτσιφός και ο κ. Παναγιώτου συμμετείχαν στην παρουσίαση μιας σειράς από σημαντικές έρευνες κοινού με αντικείμενο τη σχέση των Ελλήνων ή συγκεκριμένα των Θεσσαλονικέων με τα ΜΜΕ. Δύο από αυτές είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ρεπορτάζ μας. Η πρώτη  έγινε το 2016 για λογαριασμό της ΔΕΠΘΕ και εστιάζει στη χρήση των ΜΜΕ στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη υλοποιήθηκε για έβδομη συνεχόμενη χρονιά από το διεθνές πρακτορείο Reuters και μελέτησε τη σχέση των πολιτών με τα ΜΜΕ σε τριάντα εφτά χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Η έρευνα της ΔΕΠΘΕ επιβεβαιώνει το ανύπαρκτο ενδιαφέρον των Θεσσαλονικέων για τις τοπικές εφημερίδες: το 85% των ερωτηθέντων απάντησε ότι δεν ενημερώνεται καμία ημέρα της εβδομάδας από αυτές. Να σημειωθεί ότι οι εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας «σκοράρουν» κάπως καλύτερα αλλά η απαξίωση των Θεσσαλονικέων και προς αυτές είναι φανερή: 76% των ερωτηθέντων δεν τις διαβάζει ούτε μια μέρα την εβδομάδα.

Από την άλλη, οι τοπικοί τηλεοπτικοί σταθμοί, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το TV100, χρησιμοποιούνται από το 60% του δείγματος για την ενημέρωσή του.

 

Σχέση Ανεμπιστοσύνης

Ένα άλλο χαρακτηριστικό σε τοπικό –αλλά και πανελλαδικό– επίπεδο είναι η μεγάλη έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στα ΜΜΕ. Σύμφωνα με την έρευνα της ΔΕΠΘΕ, ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος θεωρούνται περισσότερο αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης από όλα τα ΜΜΕ. Στην έρευνα του Reuters, η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση όσον αφορά την εμπιστοσύνη των πολιτών στα ΜΜΕ. Στην τελευταία θέση βρίσκεται η Νότια Κορέα.

Αυτή η αντίληψη φάνηκε ξεκάθαρα και σε ένα σύντομο ρεπορτάζ δρόμου που κάναμε με πολίτες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αν και σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για μία έγκυρη έρευνα, η εικόνα που δόθηκε ήταν ξεκάθαρη. Για αρκετούς από τους συμμετέχοντες οι δημοσιογράφοι είναι «τσιράκια» και κομμάτι της «διαπλοκής» που μαστίζει τη χώρα.

 

 

Όπως μας είπε ο καθηγητής, «το τοπίο των ελληνικών ΜΜΕ είναι σε ένα κρίσιμο σημείο. Η κρίση στα ΜΜΕ δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση εμπιστοσύνης. Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι παγκόσμιο φαινόμενο αλλά στην Ελλάδα είναι πιο έντονη. Κατά τη διάρκεια της περασμένης οκταετίας, οι άνθρωποι έπαψαν να εμπιστεύονται τους Θεσμούς και ιδίως τα ΜΜΕ, γιατί θεωρούν ότι φέρουν μερίδιο ευθύνης για το σημείο στο οποίο έφτασε η χώρα. Ακόμα, τα ΜΜΕ ήταν οικονομικά εξαρτώμενα από τα πολιτικά κόμματα και για αυτό δεν ήταν ποτέ πραγματικά ανεξάρτητα». Ανάλογη εικόνα μάς έδωσε και ο κ. Κοτσιφός.

 

Από τις σελίδες στις ιστοσελίδες: Η άνιση μάχη των παραδοσιακών και των νέων Μέσων

Μέσα σε αυτό το τόσο αποδεκατισμένο μιντιακό τοπίο, υπάρχει μία νέα σταθερά: οι διαδικτυακές ενημερωτικές ιστοσελίδες (news portals). Μια πρόχειρη αναζήτηση στο Google αποκαλύπτει δεκάδες τέτοιες με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Πόσο επιτυχημένες είναι; Αρκετά, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι το 52% των ερωτηθέντων στην έρευνα της ΔΕΠΘΕ τις χρησιμοποιεί πάνω από μισή ώρα την ημέρα.

Για να μάθουμε το μυστικό της επιτυχίας αυτών των λεγόμενων «Νέων» Μέσων, όπως ονομάζονται, επικοινωνήσαμε με τον κ. Τάσο Ασλανίδη, ιδρυτή του πιο επιτυχημένου portal στη Θεσσαλονίκη. Το όνομα αυτού: Thestival.

 

Ο Τάσος Ασλανίδης.

Ο κ. Ασλανίδης παράτησε τις αρχικές σπουδές του για χάρη της δημοσιογραφίας. Το 2010, μετά από δέκα χρόνια εργασίας στη ΔΕΠΘΕ, πήρε την απόφαση να δημιουργήσει από το μηδέν μία δική του ιστοσελίδα. «Οι δυσκολίες ήταν πολλές στην αρχή», μας λέει. «Όμως, αυτό που μου έδωσε θάρρος να προχωρήσω ήταν η ίδια η πραγματικότητα. Ο κόσμος είχε ανάγκη ενημέρωσης για τα τοπικά θέματα». Η πραγματικότητα τελικά φαίνεται να τον έχει δικαιώσει. Σήμερα το Thestival, σύμφωνα με τον κ. Ασλανίδη, έχει περίπου ένα εκατομμύριο μοναδικούς επισκέπτες κάθε μήνα.

Τον ρωτήσαμε τι προσελκύει όλον αυτόν τον κόσμο στο site. «Είμαστε παντού!» δηλώνει. «Είμαστε στο δρόμο, στις πορείες, παίρνουμε ρίσκα για το ρεπορτάζ. Ενημερώνουμε τον κόσμο για αυτά που θέλει να μάθει. Εστιάζουμε στην ταχύτητα και τη στεγνή πληροφορία».

 

Ο Τάσος Ασλανίδης επί τω έργω, κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στα εγκαίνια της ΔΕΘ (5 Σεπτεμβρίου 2018).

 

Πράγματι, η αρχική σελίδα του site είναι η καλύτερη απόδειξη για αυτό το «παντού», αφού είναι συνέχεια γεμάτη από νέες ειδήσεις τοπικού ενδιαφέροντος και όχι μόνο. «Έχουμε μια ομάδα παιδιών που κάνει τις βάρδιες στο γραφείο και μια ακόμα ομάδα δημοσιογράφων στο δρόμο», εξηγεί ο κ. Ασλανίδης. «Επίσης, παίρνουμε πληροφορίες για το ρεπορτάζ από τις Υπηρεσίες Έκτακτης Ανάγκης και Δελτία Τύπου. Κάποιες φορές αναδημοσιεύουμε ειδήσεις από άλλες ιστοσελίδες αναφέροντας, όμως, την πηγή. Το ίδιο κάνουν και άλλες ιστοσελίδες με τα δικά μας άρθρα». Όπως είναι γνωστό, αυτή είναι μια διαδεδομένη πρακτική στα ελληνικά ηλεκτρονικά ΜΜΕ προκειμένου να εξασφαλίζουν επιπλέον υλικό εύκολα.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα του Thestival, κοινή σε πολλά Νέα Μέσα, είναι η συμμετοχή του ίδιου του κοινού στο ρεπορτάζ. «Το Viber και η τηλεφωνική μας γραμμή είναι ανοιχτά στον κόσμο για να στέλνει υλικό» λέει ο κ. Ασλανίδης. «Μάλιστα, υπό σκέψη είναι το ενδεχόμενο να δώσουμε στον κόσμο τη δυνατότητα να ανεβάζει ολόκληρο γραπτό ρεπορτάζ στο site. Αλλά θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να διασταυρώνουμε τις ειδήσεις που λαμβάνουμε».

Το Thestival φαίνεται να ακολουθεί πιστά τη συνταγή επιτυχίας που προτείνει ο Νίκος Παναγιώτου για την απομάκρυνση της κρίσης στα τοπικά ΜΜΕ: έρευνα, ρεπορτάζ στο δρόμο, αλληλεπίδραση με το κοινό. Και μέχρι στιγμής δεν το μετανιώνει.

Παρόλα αυτά, δεν συμμερίζονται όλοι τη φιλοσοφία του Thestival. Ένας από τους «σκεπτικιστές» είναι ο κ. Γιώργος Τούλας, ιδρυτής του μηνιαίου free press περιοδικού Parallaxi.

Το περιοδικό δημιουργήθηκε το 1989 και αυτή τη στιγμή είναι το πιο παλιό free press περιοδικό στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησε ως περιοδικό κινηματογράφου αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 1990 διεύρυνε την ύλη του και μετατράπηκε σε οδηγό πόλης. Από το 2011 η έντυπη έκδοση συνοδεύεται και από μία ιστοσελίδα ανάλογης θεματολογίας. Η ιστοσελίδα έχει σε μεγάλο βαθμό άρθρα που δεν δημοσιεύονται στην έντυπη έκδοση και, όπως μας μεταφέρει, μετρά 400.000 μοναδικούς επισκέπτες μηνιαίως. Αν και η αναγνωσιμότητα έχει μεγάλη διαφορά από εκείνη του Thestival, αποτελεί αναμφίβολα ένα επιτυχημένο project.

 

Ο Γιώργος Τούλας.

 

Μεταφέρουμε στον κ. Τούλα την άποψη του κ. Ασλανίδη για τις επιθυμίες του αναγνωστικού κοινού. Εκείνος απαντά: «Δεν συμφωνώ. Είναι εύκολο να γίνεις διάσημος αν απλώς δίνεις στους ανθρώπους αυτό που θέλουν. Εμείς πιστεύουμε σε μια καλύτερη μορφή δημοσιογραφίας, η οποία δίνει στον κόσμο την ευκαιρία να ‘‘ανοίξει’’ το μυαλό του. Υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων η οποία σκέφτεται διαφορετικά. Είμαστε μαζί τους». Πράγματι, το περιοδικό και η ιστοσελίδα φαίνεται να υιοθετούν μια πιο εκλεπτυσμένη φιλοσοφία σε ό,τι αφορά τα θεματολογία, τη γραφή και το στήσιμο.

Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το υλικό που δημοσιεύεται στο περιοδικό ανεβαίνει και στην ιστοσελίδα. «Θέλουμε να προσφέρουμε το υλικό μας και στους ανθρώπους που δεν μπορούν να προμηθευτούν το περιοδικό», λέει ο κ. Τούλας. Παρόλο που η αιτιολόγησή του έχει βάση, αυτή η κίνηση ίσως υποδεικνύει και κάτι άλλο: ακόμα και το παλιότερο free press περιοδικό της Θεσσαλονίκης δεν νιώθει ικανό να προσελκύσει το κοινό του αποκλειστικά με το χαρτί.  

 

‘Ενας  πρώην γίγαντας προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια του

Τον περασμένο Σεπτέμβριο ένα σημαντικό γεγονός τάραξε τα λιμνάζοντα νερά του Τύπου στη Θεσσαλονίκη: η ιστορική εφημερίδα Μακεδονία, με έτος ίδρυσης το 1911, άνοιξε ξανά. Είχε περάσει σχεδόν ένα έτος από την ημέρα που έκλεισε τις πόρτες της, αφήνοντας πίσω της απλήρωτους εργαζομένους και τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας χωρίς μεγάλη καθημερινή εφημερίδα. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε επέλθει το οριστικό τέλος και ενός άλλου δημοσιογραφικού «γίγαντα», της καθημερινής εφημερίδας Αγγελιοφόρος.

Πλέον η ομάδα της «νέας» Μακεδονίας εργάζεται σκληρά για να ανταπεξέλθει στο βαρύ όνομα της εφημερίδας αλλά και στις ατέλειωτες προκλήσεις που θέτει η αγορά.

Η κ. Σοφία Χριστοφορίδου και η κ. Δήμητρα Τσαμποδήμου, δύο από τις παλιότερες δημοσιογράφους της εφημερίδας, μας εξήγησαν με προθυμία την κατάσταση. Σύμφωνα με τις ίδιες, η πτώση της αναγνωσιμότητας ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1990, λόγω της έλευσης της ιδιωτικής τηλεόρασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εφημερίδα έκλεισε άλλη μία φορά το 1996 και ξανάνοιξε το 1998. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, μέχρι τη στιγμή που ήρθε η οικονομική κρίση.

 

Η Σοφία Χριστοφορίδου.

 

Η Δήμητρα Τσαμποδήμου.

 

 

«Κατά τη διάρκεια της κρίσης οι μισθοί μας μειώθηκαν κατά 30%», τονίζει η κ. Τσαμποδήμου. «Μετά, το 2015, ήρθαν τα capital controls. Δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε χαρτί και μελάνι για να εκτυπώσουμε την εφημερίδα. Από τις αρχές του 2016 η ιδιοκτησία άρχισε να μην καταβάλλει τους μισθούς μας. Το Σεπτέμβριο του 2017 κλείσαμε δεκαεπτά μήνες απλήρωτοι. Κάποιοι συνάδελφοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν το εισιτήριο του λεωφορείου για να έρθουν στη δουλειά. Έτσι, ξεκινήσαμε επισχέσεις εργασίας και η εφημερίδα έμεινε χωρίς ύλη».

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Μακεδονία κατέβασε ρολά λίγο καιρό αργότερα. Σύμφωνα με την κ. Τσαμποδήμου, αυτή τη στιγμή εκκρεμούν αγωγές κατά της προηγούμενης ιδιοκτησίας για τα δεδουλευμένα που δεν καταβλήθηκαν.

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη «νέα» και την «παλιά» Μακεδονία. Κυριότερη από αυτές είναι η συχνότητα: πλέον η εφημερίδα είναι εβδομαδιαία και όχι καθημερινή. Έχει νέο layout και στήλες. Επίσης, το προσωπικό καταβάλλει συνειδητή προσπάθεια για ένα ρεπορτάζ που θα είναι άμεσο αλλά ταυτόχρονα και αναλυτικό. «Εκτός από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας, έχουμε σε λειτουργία και μία ηλεκτρονική έκδοση με τη μορφή portal», δηλώνει η κ. Χριστοφορίδου. «Στο portal προσπαθούμε να είμαστε  έγκυροι, γρήγοροι και να καλύπτουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ειδήσεις γίνεται. Στην έντυπη έκδοση, από την άλλη, προσπαθούμε να δημοσιεύουμε μια εις βάθος αρθρογραφία για το τι συμβαίνει στην πόλη, την οποία ο αναγνώστης θα έχει το χρόνο να επεξεργαστεί».

Η κ. Τσαμποδήμου σχολίασε και το έλλειμμα εμπιστοσύνης του κοινού προς τα τοπικά ΜΜΕ: «Ο κόσμος επιβεβαιώνεται κάθε μέρα. Οι δημοσιογράφοι διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις και παίρνουν θέση σε πολωμένα θέματα. Προσωπικά ξεκαθαρίζω πάντα ότι δεν είναι μία από τις “κακές” δημοσιογράφους. Όσον αφορά εμάς συγκεκριμένα, θεωρώ ότι ο κόσμος δεν έπαψε να εμπιστεύεται τη Μακεδονία. Απλά χάσαμε το ενδιαφέρον του κοινού μας».

Δημοσιογραφία με αξιοπιστία και… θέα: Τα Δημοτικά ΜΜΕ

«Δημοσιογραφία με θέα!» σκεφτόμαστε καθώς περνάμε την πόρτα της ΔΕΠΘΕ. Τα γραφεία της Επιχείρησης βρίσκονται στον έκτο όροφο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Στο μπαλκόνι του ορόφου, με φόντο ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη, συναντήσαμε την κ. Ειρήνη Τσαρούχα, δημοσιογράφο και ταμία της ΕΣΗΕΜ-Θ.

 

Η Ειρήνη Τσαρούχα.

 

Αν υπάρχει κάποιος που ξέρει καλά τα δημοτικά ΜΜΕ, αυτή είναι η κ. Τσαρούχα, αφού δουλεύει σε αυτά από το 1993. Μεταξύ άλλων είναι αρχισυντάκτρια της εκπομπής Στα Πέριξ από το 2011. Η εκπομπή προβάλλεται καθημερινά στην TV100 και εστιάζει σε ζητήματα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. «Τα Πέριξ κάνουν κάτι μοναδικό, από την άποψη ότι είναι η μόνη εκπομπή που στέλνει ανταποκριτές σε ολόκληρη την Περιφέρεια. Επίσης, έχουμε κάθε μέρα καλεσμένους από διαφορετικούς κλάδους και περιοχές. Το feedback που λαμβάνουμε είναι καλό γιατί κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε με περιορισμένα μέσα».

 

 

 

Προφανώς δεν μπορούσαμε να μην την ρωτήσουμε πού οφείλεται η επιτυχία των δημοτικών ΜΜΕ. «Στο ότι έχουμε έναν [μεγάλο] αριθμό πολύ καλών επαγγελματιών, τον οποίο άλλα ΜΜΕ δεν έχουν», απαντά.

Ένας άλλος παράγοντας είναι η ελευθερία του λόγου. «Σε αυτό το Μέσο έχουμε την πολυτέλεια της προσωπικής άποψης». Ο χαρακτηρισμός «πολυτέλεια» δεν είναι αταίριαστος, αν σκεφτεί κανείς ότι η Ελλάδα ήρθε 74η ως προς την ελευθερία του τύπου στη φετινή κατάταξη της οργάνωσης Reporters Without Borders. Η Ουγγαρία βρίσκεται στην 73η θέση και η Αλβανία στην 75η.  

Έχοντας περάσει από όλο το φάσμα των τοπικών ΜΜΕ, η κ. Τσαρούχα είναι σε θέση να δώσει μια ξεκάθαρη εξήγηση για την απαξίωση των εφημερίδων στην πόλη. «Στη Θεσσαλονίκη έχουμε μια αρνητική πρωτοτυπία: πλην του Τύπου Θεσσαλονίκης, είμαστε μια πόλη ενός εκατομμυρίου χωρίς μεγάλη ημερήσια εφημερίδα. Οι δημοσιογράφοι έχουν την ευθύνη για αυτό. Αντί να φέρνουν στο προσκήνιο τα τοπικά ζητήματα εστίαζαν στα εθνικά πολιτικά θέματα. Οι εφημερίδες είχαν αναπτύξει σχέσεις με την κεντρική πολιτική σκηνή. Επίσης, οι περισσότερες εφημερίδες έχασαν την υποστήριξη της αγοράς όταν άρχισε η κρίση και, δεδομένου ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις, δεν άντεξαν. Και μην ξεχνάμε τα προβλήματα οργάνωσης, καθώς και την έλευση των Νέων Μέσων, που δυσκόλεψαν την κατάσταση».

Μια κρύα πίτα με λίγα κομμάτια: Η αγορά των ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που απασχόλησαν την ομάδα μας ήταν οι τρόποι χρηματοδότησης όλων των παραπάνω ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη. Οι απαντήσεις που λάβαμε δείχνουν κάποιες ομοιότητες αλλά και αρκετές διαφορές από Μέσο σε Μέσο.

«Έχουμε μόνο τη διαφήμιση», μας λέει ο κ. Ασλανίδης. «Περισσότεροι αναγνώστες σημαίνουν περισσότερη διαφήμιση. Έτσι σκέφτονται οι διαφημιστικές. Για αυτό και τα μικρά sites δεν μπορούν να επιβιώσουν».

Μάλιστα, ο κ. Ασλανίδης υποστήριξε ότι κάποιες φορές το Thestival δεν παίρνει τα έσοδα που θα μπορούσε από τη διαφήμιση, γιατί τα μεγέθη της αγοράς είναι συγκεκριμένα και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δώσουν περισσότερα. «Έτσι, πιάνουμε ταβάνι και καταλήγουμε να παίρνουμε τα ίδια λεφτά με μια ιστοσελίδα που έχει λιγότερη επισκεψιμότητα» προσθέτει.

Η διαφήμιση είναι η μόνη πηγή εσόδων και για το Parallaxi. Ωστόσο, ο κ. Τούλας φαίνεται και πάλι να έχει άλλη φιλοσοφία από αυτή του Thestival. «Πιστεύω ότι μόνο αν έχεις ποιότητα σαν Μέσο μπορείς να έχεις διαφημίσεις. Έχουμε συνάψει συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες εδώ και 25 χρόνια, επειδή ξέρουν ότι δεν θα δυσφημηστούν μαζί μας. Δημοσιεύουμε πληρωμένα άρθρα (advertorials) για πολλούς πελάτες μας. Συχνά μας ζητούν να βρούμε και άλλους τρόπους διαφήμισης, γιατί οι άνθρωποι έχουν βαρεθεί να βλέπουν παραδοσιακές διαφημίσεις».

Όσον αφορά τη Μακεδονία, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Αυτή τη στιγμή η εφημερίδα χρηματοδοτείται από τα χρήματα των αναγνωστών, τις διαφημίσεις της καθώς και από από μια σειρά επενδυτών. 

«Οι επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης βρίσκονταν ήδη σε κρίση πριν την κρίση. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των διαφημίσεών μας αφορά αθηναϊκές εταιρείες» εξηγεί η κ. Χριστοφορίδου.

Της ζητήσαμε να μας εξηγήσει την κατάσταση με τους επενδυτές που έδωσαν χρήματα για να ανοίξει πάλι η εφημερίδα. «Προκειμένου να ανοίξουμε πάλι την εφημερίδα, ζητήσαμε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη να μας παραχωρήσει το δικαίωμα χρήσης του τίτλου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε αντάλλαγμα για κάποιους από τους μισθούς που μας χρωστούσε. Έτσι και έγινε. Αυτή τη στιγμή όλοι οι εργαζόμενοι συμμετέχουμε στην ιδιοκτησία μέσα από μια Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚΟΙΝΣΕΠ). Την ίδια στιγμή, στο σχήμα συμμετέχει και μία σειρά από επιχειρηματίες της πόλης που αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν το εγχείρημα, κυρίως για συναισθηματικούς λόγους».

 

Στα γραφεία της “νέας” Μακεδονίας.

 

Την ρωτήσαμε κατά πόσο μπορεί να είναι αντικειμενικό ένα Μέσο που εξαρτάται από τη συνδρομή επιχειρηματιών, έστω και τοπικής δυναμικής. Η απάντησή της ήταν άμεση: «Έχουμε συμφωνήσει ότι δεν θα κρύψουμε τυχόν καταγγελίες ή σκάνδαλα που αφορούν αυτούς τους επιχειρηματίες, καθώς και ότι δεν θα πριμοδοτούμε διαφημιστικά τις δικές τους επιχειρήσεις».

Μέσα σε όλες αυτές τις απαντήσεις υπήρχε μια λέξη που έλειπε: συνδρομές. Πρόκειται για μία βασική πηγή εσόδων σε πολλά ΜΜΕ ανά τον κόσμο όχι, όμως, και στην Ελλάδα. Όπως δείχνει η έρευνα του Reuters, μόλις το 6% των Ελλήνων πληρώνει χρήματα για τη διαδικτυακή ενημέρωσή του, στέλνοντας τη χώρα μας στην τελευταία θέση της ανάλογης κατάταξης. Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες χρήστες είναι πρωταθλητές στη χρήση προγραμμάτων φραγής διαφημίσεων στο διαδίκτυο (ad blockers), με ποσοστό 42% επί του συνολικού δείγματος.

Ο κ. Παναγιώτου τόνισε την ανάγκη ύπαρξης κάποιας συνδρομής για την ανεξαρτησία των Μέσων: «Για να έχουμε ανεξάρτητη δημοσιογραφία πρέπει να πληρώνουμε». Ο κ. Κοτσιφός, με τη σειρά του, σχολίασε: «Πιστεύω ότι οι διαφημιστές πρέπει να αναπτύξουν μία [αναγνωστική] κουλτούρα η οποία να ελαχιστοποιεί την εκτεταμένη χρήση των ad blockers». Ωστόσο, δεν μοιράστηκε μαζί μας κάποια ιδέα για να γίνει αυτό.

 

Η εργασιακή ανασφάλεια των εργαζομένων στα ΜΜΕ της Θεσσαλονικης

Από όπου και αν προέρχονται τα έσοδα των ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη, ένα μεγάλο μέρος τους θα έπρεπε θεωρητικά να δίνεται στην πληρωμή των δεδουλευμένων και των ασφαλιστικών εισφορών για τους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτά. Όμως, όπως αποδεικνύει η Μακεδονία, συχνά τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Φυσικά, θα ήταν ψέμα αν λέγαμε ότι η καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων περιορίζεται στη Θεσσαλονίκη. Παρόλα αυτά, εδώ υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά που δυσκόλεψαν την κατάσταση. Όπως επιβεβαίωσε και ο κ. Ασλανίδης, η Θεσσαλονίκη έχει αρκετά μεγάλη αγορά για να συντηρεί ένα ισχυρό ειδησεογραφικό portal αλλά όχι τόσο μεγάλη ώστε να στηρίξει έναν πραγματικά μεγάλο όμιλο ΜΜΕ.

Ταυτόχρονα, τα σημάδια της οικονομικής κρίσης, περισσότερο έντονα στα μεγάλα αστικά κέντρα σε σχέση με την επαρχία, φαίνεται ότι επέτειναν την καχυποψία των πολιτών για τα ΜΜΕ, όπως περιγράψαμε παραπάνω.

Τα ΜΜΕ της Θεσσαλονίκης, λοιπόν, μοιάζουν να βάλλονται με δύο τρόπους: Πρώτον, από το περιορισμένο μέγεθος της αγοράς σε σχέση με την Αθήνα και, δεύτερον, από τη γενικότερη καχυποψία και αγανάκτηση των πολιτών απέναντι στους θεσμούς. Η αντίθεση με άλλες, πολύ μικρότερες ελληνικές πόλεις είναι φανερή. Σύμφωνα με την κ. Τσαρούχα, η Περιφερειακή Ενότητα Σερρών, με 176.000 περίπου κατοίκους, έχει πέντε ημερήσιες εφημερίδες.

Έχοντας στο μυαλό μας τα παραπάνω, απευθυνθήκαμε και πάλι στους συνομιλητές μας και τους ρωτήσαμε από πόσα άτομα αποτελείται η συντακτική ομάδα των Μέσων τους και τι εργασιακή σχέση έχουν οι εργαζόμενοι με αυτά.

«Η ομάδα μας αποτελείται από έξι με οκτώ άτομα. Δεν χρειάζονται περισσότερα», είπε ο κ. Ασλανίδης. «Στο Thestival δουλεύουμε νέοι άνθρωποι. Προσλαμβάνουμε ανθρώπους αμέσως μόλις τελειώνουν τις σπουδές και αυτοί μαθαίνουν πολλά πράγματα σχετικά με τη δουλειά στο πλάι μου».

Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι το Thestival όχι μόνο δεν απαγορεύει αλλά αντίθετα ενθαρρύνει τους συντάκτες του να δουλεύουν και σε άλλα ΜΜΕ. «Πιστεύω ότι στο ίντερνετ πρέπει κανείς να δουλεύει part time. Οι δημοσιογράφοι δεν θα έπρεπε να περνούν πάνω από τέσσερις με πέντε ώρες πάνω από έναν υπολογιστή. Για αυτό και ενθαρρύνω τους δικούς μου να φεύγουν από το γραφείο, να κάνουν και άλλα πράγματα μέσα στην ημέρα, είτε για το Thestival, είτε για άλλα Μέσα».

Ολιγομελή ομάδα δημοσιογράφων απασχολεί και το Parallaxi: «Στο γραφείο απασχολούμε πλήρως επτά ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μου και της συζύγου μου. Ταυτόχρονα, έχουμε κάποιους σταθερούς εξωτερικούς συνεργάτες εδώ και πολλά χρόνια». Εκτός από αυτούς τους ανθρώπους, η ύλη για την ιστοσελίδα παράγεται από ακόμα είκοσι με τριάντα περίπου άτομα. Αυτά τα άτομα είναι ελεύθερα να στέλνουν τα άρθρα τους όσο συχνά θέλουν στη συντακτική ομάδα. Όμως, δεν πληρώνονται, γιατί δεν έχουν σταθερή εργασιακή σχέση με το περιοδικό.

«Νιώθω άσχημα που δεν μπορώ να πληρώνω αυτούς τους ανθρώπους. Αλλά από την άλλη, τους παρέχουμε εργασιακή εμπειρία και ένα μέρος για να ξεκινήσουν την επαγγελματική τους πορεία. Πολλοί από τους δημοσιογράφους που έχουν ξεκινήσει από εμάς έχουν κάνει καριέρα σε μεγάλα Μέσα της Ελλάδας ή και του εξωτερικού».

Στα γραφεία της Μακεδονίας μετράμε πρόχειρα πάνω από δέκα ανθρώπους. Η κ. Χριστοφορίδου μάς επιβεβαιώνει: «Αυτή τη στιγμή δουλεύουν εδώ δεκαπέντε συντάκτες, αριθμός μικρότερος από ό,τι στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, δεν μειώσαμε τις σελίδες της εφημερίδας, γιατί πλέον έχουμε μόνο ένα φύλλο την εβδομάδα και έχουμε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μας».

Πίσω στο μπαλκόνι της ΔΕΠΘΕ, η κ. Τσαρούχα παραδέχεται ότι η TV100 και το FM100 έχουν λίγο μεγαλύτερη οικονομική ευελιξία λόγω του δημοτικού χαρακτήρα τους. Τα πράγματα, όμως, έχουν χειροτερέψει και εκεί: «Τα Μέσα της ΔΕΠΘΕ είναι δημοτικά, οπότε δεν έχουμε τα συνεχή προβλήματα [χρηματοδότησης] των άλλων Μέσων. Παρόλα αυτά, είδα το μισθό μου να μειώνεται κατά 40% με 45% λόγω της κρίσης και την ίδια στιγμή τις ώρες που δούλευα να αυξάνονται. Επίσης, δεν είναι δυνατή η μόνιμη πρόσληψη νέων εργαζομένων λόγω των περιορισμών που επιβάλλουν τα Μνημόνια. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την αποχώρηση πολλών συναδέλφων λόγω συνταξιοδότησης, έχει δυσκολέψει την κατάσταση. Εγώ προσωπικά έπρεπε να δουλέψω παραπάνω ώρες τα τελευταία χρόνια και με λιγότερα χρήματα».

Μπαίνει, λοιπόν, νέο αίμα στα δημοτικά Μέσα και, αν ναι, πώς; «Η ΔΕΠΘΕ υποδέχεται κάθε χρόνο πολλούς νέους δημοσιογράφους για τρίμηνη πρακτική, σε συνεργασία και με το Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ. Κάποιους από αυτούς τους προσλαμβάνουμε και αργότερα, αλλά με συμβάσεις ορισμένου χρόνου», ξεκαθάρισε η κ Τσαρούχα.

 

«Προχωράμε με Baby Steps»: Το αβέβαιο μέλλον των ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη

Κλείνοντας τις συνεντεύξεις, ζητήσαμε από όλους τους συνεντευξιαζόμενους να μας δώσουν μια προσωπική εκτίμηση για το μέλλον των τοπικών ΜΜΕ.

Ο κ. Νίκος Παναγιώτου, μοιράστηκε μαζί μας τις συμβουλές που δίνει στους φοιτητές για να ανταπεξέλθουν στο δύσκολο επαγγελματικό μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά τους: «Οι νέοι δημοσιογράφοι πρέπει να μεταδίδουν προσωπικές ιστορίες, να είναι στο δρόμο και όχι στο γραφείο και να επενδύουν συνεχώς στην εκπαίδευσή τους».

Σύμφωνα με τον καθηγητή, τα ΜΜΕ, ιδίως τα παραδοσιακά, πρέπει με τη σειρά τους να δώσουν χώρο στους νέους για πειραματισμό: «Πιστεύω ότι υπάρχει μέλλον για τα έντυπα Μέσα, αν αυξήσουν την αλληλεπίδραση με το κοινό τους και αφήσουν τους νέους να πειραματιστούν. Η Μακεδονία, για παράδειγμα, θα επιβιώσει, αν αρχίσει να αλληλεπιδρά περισσότερο με το κοινό της και να χρησιμοποιεί πολλά κανάλια επικοινωνίας για να φτάσει κοντά του. Μπορεί να είναι newsletters ή τα social media. Τα ΜΜΕ πρέπει να έχουν μια ξεκάθαρη εικόνα του ποιο είναι το κοινό τους, να παράγουν περιεχόμενο που του αρέσει και να χτίζουν “γέφυρες” μαζί του».

 

 

Ο κ. Τάσος Ασλανίδης συμφωνεί ότι τα ΜΜΕ χρειάζονται φρέσκα μυαλά και ιδέες. Προσθέτει ότι τα τοπικά ΜΜΕ μένουν πίσω εξαιτίας των παρωχημένων ιδεών κάποιων παλιών δημοσιογράφων και τονίζει ότι το δικό του εγχείρημα είναι η απάντηση στο πού πρέπει να κινηθούν όλα τα Μέσα στο μέλλον: «Θα σας δώσω ένα παράδειγμα», λέει. «Το 2016 το 30% των αναγνωστών μάς διάβαζε από τα κινητά του και το 70% από τον υπολογιστή. Δύο χρόνια αργότερα το ποσοστό έχει αντιστραφεί. Σε λίγα χρόνια από τώρα όλα τα νέα θα καταναλώνονται από το τηλέφωνό μας».

Αναρωτηθήκαμε αν αισθάνεται έμμεσα υπεύθυνος για τη δυσμενή θέση στην οποία έχουν βρεθεί τα έντυπα ΜΜΕ της Θεσσαλονίκης. «Παρόλο που είμαι ρομαντικός και μου αρέσει να διαβάζω εφημερίδες, δεν αισθάνομαι τύψεις, όχι. Δεν φταίω εγώ που τα πράγματα εξελίσσονται. Όλοι πρέπει να προσαρμόζονται στους καιρούς». Προσθέτει ότι η επένδυση χρημάτων στις εφημερίδες είναι απλά μια κίνηση ρομαντισμού χωρίς αποτέλεσμα: «Οι εφημερίδες έχουν τελειώσει στη Θεσσαλονίκη».

Ο κ. Γιώργος Τούλας υποστήριξε ότι οι εφημερίδες πεθαίνουν σε ολόκληρο τον κόσμο. «Από την άλλη, μερικά περιοδικά έχουν μέλλον, αν εξειδικεύσουν το περιεχόμενό τους», πρόσθεσε. Άραγε συμπεριλαμβάνει και το Parallaxi σε αυτά;

Ο κ. Γιάννης Κοτσιφός χαρακτήρισε την έλλειψη ποιοτικών τοπικών ΜΜΕ «ζήτημα δημοκρατίας». «Είναι απογοητευτικό το ότι δεν έχουμε τα εργαλεία για να κάνουμε τους τοπικούς ιθύνοντες στην πολιτική και την οικονομία να νιώσουν ότι πρέπει να λογοδοτούν κάπου. Ωστόσο, πραγματικά πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει ένα πιο υγιές οικοσύστημα ΜΜΕ». Μας ενημέρωσε ότι πριν από λίγες μέρες η ΕΣΗΕΜ-Θ ξεκίνησε να συζητά την τροποποίηση του καταστατικού της. Στόχος της τροποποίησης είναι να προσαρμοστεί η Ένωση στις απαιτήσεις των καιρών και να συμπεριλάβει όλους όσους απασχολούνται με τη δημοσιογραφία, ανεξάρτητα από την πλατφόρμα και τη σχέση εργασίας. Επίσης, για πρώτη φορά οι φοιτητές του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ θα μπορούν να είναι εξωτερικά μέλη της ΕΣΗΕΜ-Θ.

Η κ. Ειρήνη Τσαρούχα μάς μίλησε και για μια άλλη πρωτοβουλία της Ένωσης: «Η δική μας Ένωση, από κοινού με άλλες τοπικές δημοσιογραφικές Ενώσεις, ετοιμάζεται να στείλει μια λίστα προτάσεων στην κυβέρνηση με στόχο την υποστήριξη των έντυπων ΜΜΕ». Παρόλο που η πρωτοβουλία από μόνη της είναι θετική, δεν μπορέσαμε να μην σκεφτούμε ότι θυμίζει τις πρωτοβουλίες των φιλοζωικών εταιρειών για την προστασία των ειδών προς εξαφάνιση.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που μας έδωσε η κ. Τσαρούχα αφορά τα ραδιόφωνα της πόλης: «Το τοπικό ενημερωτικό ραδιόφωνο φαίνεται να κάνει ξανά την εμφάνισή του. Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε στην πόλη ένας νέος σταθμός, ενώ γνωστός αθηναϊκός σταθμός ξεκίνησε να μεταδίδει περισσότερες ώρες από τη Θεσσαλονίκη». Ίσως τελικά το ενδιαφέρον των Θεσσαλονικέων να μην περιορίζεται στο αθλητικό ραδιόφωνο αλλά να είναι γενικότερο.

Λίγο πριν μας συνοδεύσει ως την έξοδο των γραφείων της Μακεδονίας, η Σοφία Χριστοφορίδου μας έδωσε τη δική της οπτική: «Προχωράμε με baby steps. Πιστεύω ότι κάθε φύλλο μας είναι καλύτερο από το προηγούμενο. Πλέον έχουμε ανοίξει και το portal μας και προσπαθούμε να κάνουμε όσο περισσότερο και άμεσο ρεπορτάζ μπορούμε. Επίσης, προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα νέο σύστημα συνδρομών για τα τεύχη μας και μια ολοκληρωμένη διαφημιστική καμπάνια. Ακόμα δεν έχουμε στήσει κάτι τέτοιο. Πάντως, οι αναγνώστες χαίρονται που ο τίτλος υπάρχει ακόμα. Λαμβάνουμε θετικό feedback».

Καθώς η γυάλινη πόρτα του γραφείου έκλεινε πίσω μας και εμείς βγαίναμε στο διάδρομο, αναρωτηθήκαμε αν αυτό το θετικό feedback θα μεταφραστεί σε πωλήσεις. Υπάρχει περίπτωση ένα ιστορικό αλλά τεχνολογικά ξεπερασμένο Μέσο να ξαναβρεί τη θέση του στην καρδιά και… τα χέρια των Θεσσαλονικέων; Η ασυναίσθητη κίνηση του να ελέγξουμε το κινητό μας μόλις βγήκαμε από το κτίριο απέδειξε ότι θα είναι πολύ δύσκολο. Αλλά τουλάχιστον η προσπάθεια θα έχει πολλά να μας δώσει.

Share Button