Μετανάστευση: βάρος ή ευκαιρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Nancy Fanara

Στο τέλος του 2014 λήγει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης το οποίο καθορίζει τις δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τομείς της Ελευθερίας, της Ασφάλειας, της Δικαιοσύνης και στους οποίους περιλαμβάνεται η πολιτική για τη μετανάστευση και το άσυλο. Παρ΄όλες όμως τις προτεραιότητες που συμφωνήθηκαν, σε συνδυασμό με τις τροποποιήσεις που επέφερε η συνθήκη της Λισαβόνας στους παραπάνω τομείς, διαθέτει σήμερα η Ε.Ε. μια αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική ώστε να μετατραπεί η «απειλή» σε πρόκληση;

Η τελευταία διάσκεψη κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον περασμένο Ιούνιο καθόρισε τις στρατηγικές στους τομείς της Δικαιοσύνης, της Ελευθερίας και της Ασφάλειας για την περίοδο 2014-2020.

Στο τέλος του 2014 λήγει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης που διήρκεσε 15 χρόνια και περιελάμβανε τρία διαδοχικά πενταετή επιμέρους προγράμματα που όριζαν τις κατευθυντήριες γραμμές στους τομείς του ασύλου, της μετανάστευσης, της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις καθώς και την πολιτική συνεργασία (1999-2004 Τάμπερε , 2004-2009 Χάγη, 2009-2014 Στοκχόλμη).

Ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, JeanClaude Juncker,  δήλωσε πως θα προωθήσει μία νέα ευρωπαϊκή πολιτική για τη νόμιμη μετανάστευση, «ώστε να είναι η Ευρώπη αγαπημένος προορισμός των ταλαντούχων αιτούντων εργασία.»[1]

Η δήλωση του Juncker  προμηνύει στροφή του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ως προς τη μεταναστευτική πολιτική; «Η οικοδόμηση μιας καλά σχεδιασμένης μεταναστευτικής πολιτικής, προς το συμφέρον της ευρωπαϊκής οικονομίας, που θα σέβεται τα δικαιώματα των μεταναστών και θα λαμβάνει υπόψη τις συνέπειες για τις χώρες προέλευσης, θα είναι μία από τις πολιτικές προτεραιότητες της Ε.Ε.», επισημαίνει ο Michele Cercone εκπρόσωπος της Cecilia Malmström, Ευρωπαίας Επιτρόπου αρμόδιας για τις Εσωτερικές Υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών της Ε.Ε. σχετικά με την αστυνομική συνεργασία, τον έλεγχο των συνόρων, το άσυλο και τη μετανάστευση.

Development-Asylum_590

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία EUROSTAT, oι αιτούντες άσυλο στα 28 κράτη-μέλη έφτασαν τους 110.000, δηλαδή παρατηρήθηκε αύξηση 30% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2013. Η Λετονία, η Ιταλία και η Βουλγαρία είδαν τον αριθμό των αιτήσεων για άσυλο να διπλασιάζεται το εν λόγω διάστημα. Η πιο αξιοσημείωτη αλλαγή σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2013 είναι η αλλαγή της εθνικότητας των αιτούντων άσυλο. Το πρώτο εξάμηνο του 2014, 8.500 Σύριοι ζήτησαν άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ακολουθούν 2.500 Σέρβοι και 2.500 Αφγανοί.[2]

Μετανάστευση: μια ευρωπαϊκή πρόκληση

Η Andreia Ghimis είναι βοηθός του Προγράμματος Μετανάστευσης και Πολιτικών Κινητικότητας του European Policy Centre (EPC), που εδρεύει στις Βρυξέλλες. «Υπάρχουν θετικά στοιχεία στις στρατηγικές που υιοθέτησε το Συμβούλιο του περασμένου Ιουνίου στους τομείς της Δικαιοσύνης, της Ελευθερίας και της Ασφάλειας. Αλλά υπάρχει consensus ανάμεσα στους ειδικούς ότι δεν είναι πολύ προοδευτικές και φιλόδοξες. Θεωρητικά, θα υπάρξουν αλλαγές, αλλά η Επιτροπή πρέπει να θέσει προτεραιότητες σε επίπεδο νομοθεσίας», εκτιμά η ερευνήτρια.

Τη ρωτήσαμε πόσο μακριά είναι η υιοθέτηση μιας κοινής μεταναστευτική πολιτικής.

«Το 1999 στο Τάμπερε, το Συμβούλιο κατέληξε πως πρέπει να έχουμε μια κοινή μεταναστευτική πολιτική, κάτι που έγινε μέρος της Συνθήκης της Λισαβόνας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά με πολύ μικρά βήματα». Σύμφωνα με την ίδια «η αποτελεσματικότητα της μεταναστευτικής πολιτικής περιορίζεται και από την προτεραιότητα που δόθηκε στην καταπολέμηση της μη «κανονικής» μετανάστευσης εις βάρος της νόμιμης. Ενδεικτικά, πολύ περισσότερα όργανα ασχολούνται με την παράνομη μετανάστευση, παρά με τη νόμιμη και το άσυλο. Στην Επιτροπή η μεταναστευτική πολιτική συνδέεται με τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και συγκεκριμένα με την ασφάλεια, αντί να αποτελεί κομμάτι της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης, κάτι που θα συνέβαλλε στην είσοδο των μεταναστών στην αγορά εργασίας. Δυστυχώς, σε ευρωπαϊκό επίπεδο θεωρούμε τη μετανάστευση βάρος και όχι ευκαιρία για ανάπτυξη»,τονίζει η κα Ghimis.

Τι λείπει τώρα από την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική; «Τα επόμενα έτη πρέπει να ενθαρρύνουμε το διάλογο μεταξύ κρατών-μελών, επιχειρήσεων και συνδικάτων σχετικά με τη ζήτηση για μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό», απαντά ο κ.Cercone.

Παρόμοια προβλήματα παρατηρούνται και στον τομέα του ασύλου. «Η κοινή πολιτική σε θέματα ασύλου παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο. Πρέπει να γίνει αμοιβαία αναγνώριση από τα κράτη-μέλη των πολιτικών που σχετίζονται με το άσυλο», λέει η κα Ghimis.

 Η “αποκεντροποίηση” της διαδικασίας αίτησης ασύλου, μέσω ενός μηχανισμού πρεσβειών ή διπλωματικών αποστολών εκτός της Ε.Ε. όπου θα ασχολούνται με τις απαραίτητες διαδικασίες, είναι μερικές από τις λύσεις που προτείνει το European Policy Center.

Ακόμα, το EPC προτείνει την έκδοση ενός είδους «ανθρωπιστικής» βίζας ώστε να προστατευτούν οι αιτούντες άσυλο ενώ η δομή της Επιτροπής πρέπει να αλλάξει και η μετανάστευση να πάψει να θεωρείται ζήτημα εσωτερικής ασφάλειας, ώστε να προωθηθεί η ελεύθερη διακίνηση προσώπων και η ενσωμάτωση των μεταναστών στην κοινωνία.

 Οι ιστορίες

 Οι στατιστικές και οι εκτιμήσεις, είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη είναι οι προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που ήδη αναζήτησαν την τύχη τους εκτός της πατρίδας τους. Στο κέντρο των Βρυξελλών, λίγα λεπτά από την συνοικία Sainte-Catherine, 30 Αφγανοί πρόσφυγες ζουν κυριολεκτικά μέσα στην εκκλησία Saint-Jean-Baptiste-au-Béguinage. Έχοντας στήσει αυτοσχέδιες σκηνές και παίρνοντας δύναμη από τα πανό συμπαράστασης, επιμένουν να μένουν εκεί «μέχρι το τέλος», όπως δηλώνουν, διαμαρτυρόμενοι για την επικείμενη απέλασή προς τη χώρα προέλευσης τους.

Ο Zahardin ζει εδώ και έξι χρόνια στο Βέλγιο και είναι ο εκπρόσωπος των συμπατριωτών του που κατοικούν μέσα στην Εκκλησία. «Δε θέλω να φύγω από το Βέλγιο. Ζω και ονειρεύομαι τη ζωή μου εδώ. Το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα επίσημο έγγραφο για να βρω δουλεία». Ο Zahardin πέρασε από πολλές χώρες πριν καταλήξει στο Βέλγιο. «Κάθε φορά που γίνονται εκλογές, εθνικές ή ευρωεκλογές, οι αιτούντες άσυλο είναι αισιόδοξοι ότι κάτι θα αλλάξει. Αυτό πιστεύαμε λίγο πριν τις ευρωεκλογές. Τώρα δεν ελπίζουμε πια. Οι πολιτικοί δεν ενδιαφέρονται για το πώς ζούμε εμείς εδώ». Η ευρωπαϊκή νομοθεσία τους είναι ακατανόητη, αν και προσπαθούν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις που τους αφορούν. «Αυτό που μας λείπει είναι ένας αρμόδιος που θα διαπραγματευτεί για τα δικαιώματά μας, τόσο με τη βελγική κυβέρνηση, όσο και με την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Σε μία δεύτερη ευκαιρία, σε ένα επίσημο έγγραφο ελπίζει και ο 25χρονος Sahine. «Θέλω να μείνω εδώ γιατί στην πατρίδα μου γίνεται πόλεμος. Θα προσπαθήσω μέχρι να μου δοθεί το πράσινο φως.»

 Η τραγωδία στη Λαμπεντούζα τον Οκτώβριο του 2013, μεταξύ άλλων, “υπενθύμισε” και κατέδειξε και τις ελλείψεις του ευρωπαϊκού κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, που καθιστά υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου τη χώρα εισόδου των μεταναστών στην Ε.Ε.

Ήδη από τον Οκτώβριο του 2013, οι χώρες που πλήττονται περισσότερο από την παράνομη μετανάστευση, δηλαδή η Ιταλία, η Ελλάδα και η Μάλτα, ζήτησαν αναθεώρηση του ευρωπαϊκού κανονισμού σε ό,τι αφορά τη διαδικασία αίτησης ασύλου, που μέχρι πρότινος γινόταν αποκλειστικά ενώπιον των αρχών της χώρας εισόδου του μετανάστη στην Ε.Ε.. Έκτοτε ξεκίνησε ένας διάλογος σχετικά με τον έλεγχο των συνόρων και τη διαδικασία ασύλου, ο οποίος οδήγησε στη δημιουργία μιας Task Force για τη Μεσόγειο υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με τη συνεργασία των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την Εξωτερική Δράση. Κύριες αρμοδιότητες είναι η αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ των χωρών προέλευσης και μετάβασης των μεταναστών, η αναζήτηση νέων δρόμων για τη νόμιμη μετανάστευση και την από κοινού καταπολέμηση των εγκληματικών δικτύων.

Ωστόσο, η επίλυση του ακανθώδους προβλήματος της λαθρομετανάστευσης συνεχίζει να σκοντάφτει στο γνωστό και δισεπίλυτο πρόβλημα: τη συνεργασία των κρατών-μελών της Ε.Ε. «Η καταπολέμηση της μη νόμιμης μετανάστευσης αποτελεί βασική προϋπόθεση της μεταναστευτικής πολιτικής και απαιτεί κοινή αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων και δράση κατά των εργοδοτών που προσλαμβάνουν παράνομο εργατικό δυναμικό», τονίζει ο Michele Cercone.

Μετά τη Στοκχόλμη

 Για τον Michele Cercone, οι επικείμενες δημογραφικές αλλαγές, η αστικοποίηση, η ύπαρξη ποικιλόμορφων κοινωνιών, οι ελλείψεις στην αγορά εργασίας και η αστάθεια σε πολλά μέρη της γης, αποτελούν προκλήσεις στον τομέα της ασφάλειας. «Είναι επίσης δύσκολο να προβλέψουμε τις αλλαγές στα ανατολικά μας σύνορα και τις επιπτώσεις που θα έχουν στο έργο μας», τονίζει και καταλήγει: « Πρέπει να εκμεταλλευτούμε τις τεχνολογικές εξελίξεις για να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους που πηγάζουν από την άνθηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, τα νέα σχήματα του διασυνοριακού εγκλήματος και την απειλή της τρομοκρατίας».

Δεδομένης της αναποτελεσματικότητας- σε μεγάλο βαθμό- των μέχρι τώρα προγραμμάτων, το βάρος πέφτει στο νέο πρόγραμμα δράσης με ορίζοντα το 2020. Η κύρια πρόκληση μετά τη Στοκχόλμη, ίσως να είναι η “αποσύνδεση” της μεταναστευτικής πολιτικής από τον τομέα της Ασφάλειας, ο σχεδιασμός μιας πιο συγκροτημένης πολιτικής σε θέματα ασύλου και  η αντιμετώπιση της μετανάστευσης ως ευκαιρία και όχι ως βάρος.


[1] “Parliament elects ‘politically ecumenical’ Juncker as Commission President”, EURACTIV, July 15th 2014  ( http://www.euractiv.com/sections/eu-elections-2014/parliament-elects-politically-ecumenical-juncker-commission-president)

[2]“Asylum Applicants and first instance decisions o asylum applications: first quarter 2014- Issue number 8/2014″, EUROSTAT (http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/product_details/publication?p_product_code=KS-QA-14-008)


 

Share Button