Λαϊκισμός: μια σύγχρονη επιδημία που απειλεί τη δημοκρατία;

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, Νοέμβριος 2016, Αλεξάνδρα Κατσινέλη

Οι «κόλακες του λαού» είναι μια παλιά υπόθεση. Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά, χαρακτηρίζει με αυτό τον τρόπο τους δημαγωγούς, αυτούς δηλάδη που διαθέτοντας το χάρισμα του λόγου, αλλά χωρίς επίσημες πολιτικές θέσεις, ασκούσαν μεγάλη επιρροή στο λαό και του πρότειναν ευχάριστες πολιτικές λύσεις για την υλοποίηση των οποίων όμως … δεν μπορούσαν να αναλάβουν το κόστος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο λαϊκισμός, συνοδεύει τη δημοκρατία, διαστρεβλώνοντας την.

Δεν είναι μόνο ένα σύνολο υποσχέσεων που δίνει κάποιος και δεν μπορεί να τηρήσει. Ο λαϊκισμός βασίζεται στον πολιτικό λόγο που χαρακτηρίζεται από υπερβολή και προσφέρει πολύ εύκολες λύσεις σε σύνθετα προβλήματα, φτάνοντας σε μη πραγματιστικές θέσεις, αγνοώντας την πολυπλοκότητα προβλημάτων, όπως είναι σήμερα η μαζική μετανάστευση πληθυσμών και η «δυσνόητη» παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Εντυπωσιάζει με την ευκολία του και τον παραπλανητικό του στόμφο, ενώ εκφράζεται συνήθως από εκείνους, που προσπαθούν να δημιουργήσουν την εικόνα της τάυτισης, να ξεσηκώσουν και να κινητοποιήσουν το πλήθος προς έναν στόχο. Πρόκειται επομένως για μια απλούστευση της πραγματικότητας που συχνά ενέχει το ψέμα και το δόλο.

 

Η καμπάνια για την έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ε.Ε.

The Economist

Ένα από τα διασημότερα έντυπα της Αγγλίας με παγκόσμιο κοινό, το Economist, έκανε ήδη από το 2014 σαφή αναφορά στην απειλή της δημοκρατίας, εντοπίζοντας προβλήματα στον πολιτικό λόγο.

Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε το Brexit στον βρετανικό λαό από τους υποστηρικτές του, αποτελεί ένα παράδειγμα απλούστευσης και διαστρέβλωσης. Οι επιπτώσεις της εξόδου της Μ. Βρετανίας από την Ε.Ε. δεν έγιναν σαφείς, αλλά αντίθετα, έμφαση δόθηκε σε θέματα εθνικής κυριαρχίας, παραπέμποντας στην ιστορική θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία μίας άλλης εποχής. Ένα από τα κύρια επιχειρήματα υπέρ του Brexit, αποτέλεσε η δυνατότητα κατανομής των χρημάτων που η Μ. Βρετανία δίνει στην Ε.Ε. – περίπου 350 εκατομμύρια στερλίνες την εβδομάδα – σε εγχώριες ανάγκες, όπως στην περαιτέρω χρηματοδότηση του εθνικού συστήματος υγείας, γνωστού ως NHS. Ωστόσο, σε λιγότερο από δύο ημέρες μετά το ψήφισμα, ο κ. Farage, άτυπος επικεφαλής των υποστηρικτών του Brexit, δήλωσε σε τηλεοπτική εκπομπή πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, χαρακτηρίζοντας την απόφαση του στρατοπέδου Brexit ως λανθασμένη, αφήνοντας παρουσιαστές και τηλεθεατές άναυδους.  

Οι λαϊκιστές στοχεύουν στην ημιμάθεια ως μέσο εύκολης χειραγώγησης. Η κοινή λογική, βάλλεται συνεχώς, από μια άοκνη προσπάθεια επιβολής του παραλόγου. Το βασικό ικανό οχυρό να αντικρούσει τις ορδές της, είναι η γνώση. Αυτή αποτελεί την πιθανή σανίδα σωτηρίας σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από την ιδεολογία του «απλοϊκού». Σύμφωνα με τον Hans-Olaf Henkel, πρώην μέλος του ευρωσκεπτικιστικού κόμματος AfD και νυν πολιτικού του αντιπάλου, εκπροσωπώντας το κόμμα Allianz für Fortschritt und Aufbruch, «ο αρνητικός λαϊκισμός μπορεί να καταπολεμηθεί καλύτερα με τον διαφωτισμό, την επεξήγηση και την εκπαίδευση».

Οφείλεται η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη, στην αδυναμία των πολιτών να κατανοήσουν τα ιστορικά τεκταινόμενα και την πολυαιτιότητα των κρίσεων (πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών); Στην περίπτωση της Ενωμένης Ευρώπης, ίσως και στην έλλειψη ορατών κέντρων εξουσίας, καθώς ο μέσος πολίτης έχει την εντύπωση πως υπάρχουν κέντρα αποφάσεων, τοποθετημένα στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη, που αποφασίζουν για αυτόν δίχως αυτόν. Αόρατοι αποφασιστές, στυγνοί, λαμβάνουν οικονομικές αποφάσεις τις οποίες απλώς εκτελούν οι εθνικές κυβερνήσεις, χωρίς να είναι σε θέση να πράξουν διαφορετικά.

Και η έννοια της εθνικής κυριαρχίας; Σίγουρα, με την ενωμένη Ευρώπη, μεταφέρθηκε ένα μεγάλο μερίδιο αποφάσεων στα κεντρικά όργανα που έχουν έδρα τις Βρυξέλλες, όπως η δυνατότητα αποφάσεων σχετικά με τη νομισματική πολιτική. Αυτό ήταν το «τίμημα» για όλα εκείνα που πρόσφερε η Ευρωπαϊκή Ένωση και που απολαμβάνουμε μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, και μόνο σε οικονομικό επίπεδο, η Ελλάδα, σύμφωνα με τον επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα, κ. Πάνο Καρβούνη, έχει λάβει κονδύλια που ξεπερνούν τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ τα τελευταία τριάντα χρόνια. Μεγάλα έργα που διευκόλυναν την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών, όπως το Αττικό Μετρό, χρηματοδοτήθηκαν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους από ευρωπαϊκά κονδύλια. Συγκεκριμένα, το 50% του κόστους κατασκευής του μετρό προήλθε από επιχορηγήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 40% από δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Όσο για το θέμα της συν-απόφασης και διακυβέρνησης, κάθε χώρα, εκπροσωπείται στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, συμμετέχοντας στη διαμόρφωση πολιτικής και στη λήψη αποφάσεων, άσχετα αν η ενημέρωση που αφορά τις αποφάσεις αυτές …νοσεί.

Εν μέσω κατακλυσμικών ιστορικών αλλαγών (μαζική μετανάστευση πληθυσμών προς την Ευρώπη αλλά και στο εσωτερικό αυτής, πόλεμοι στα σύνορα της Ένωσης, κλπ.), ειδικά σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον, με διαφορετικές αντιλήψεις πάνω στην οικονομία (βορράς – νότος), αλλά και ένα πολύπλοκο παγκόσμιο οικονομικό κλίμα όπου κανείς παίρνει στεγαστικό δάνειο στην Ελλάδα και βρίσκεται να χρωστάει σε τράπεζα της Ελβετίας, έρχονται οι πολίτες αντιμέτωποι με την αδυναμία ακολουθίας και κατανόησης των γεγονότων. Μια αδυναμία που στα χέρια ορισμένων μετατρέπεται εύκολα σε όπλο δημαγωγίας και παραπλάνησης.

Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Για κομματικούς λόγους, ανάγουν τις Βρυξέλλες στον μόνιμο υπεύθυνο για όλες τις δυσάρεστες αποφάσεις, τις οποίες πρέπει να υλοποίησουν. Όπως αναφέρει και ο κ. Γιώργος Κοκκόλης, πολιτικός επιστήμονας και αντιδήμαρχος Ραφήνας – Πικερμίου, οι εθνικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τα «πρέπει» της Ευρώπης για να επιβάλλουν αυτά που δεν θέλουν ή έχουν υποσχεθεί ότι θα αποφύγουν. Ειδικά με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε που πολλές φορές βρίσκονται υπό την επιρροή των κυβερνήσεων, αυτό καθίσταται ακόμα πιο εύκολο. Καρπώνονται όλες τις θετικές εξελίξεις και αποφάσεις, ενώ βρίσκουν τον συνήθη ύποπτο για να προσάψουν και να δικαιολογήσουν τις αδιέξοδες και πολλές φορές αντίθετες με το κοινό αίσθημα πολιτικές.

Πάνε περίπου 20 χρόνια από τότε που ο Boris Johnson, ο οποίος ξεκινώντας την επαγγελματική του καριέρα από τις Βρυξέλλες, εργαζόμενος για την εφημερίδα The Telegraph, χρησιμοποίησε τη δημοσιογραφία και τη δύναμη του Τύπου, για να επιτύχει τον σκοπό του, που δεν ήταν άλλος από την τροφοδότηση του βρετανικού κοινού με μια διαστρεβλωμένη και αδυσώπητα εχθρική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με ανάρτηση του συμπατριώτη του δημοσιογράφου Martin Fletcher*, στις 17 Ιουνίου στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook.

Όσον αφορά τη χώρα μας, πολλοί θεώρησαν ότι η εκλογική νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α στην Ελλάδα αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ρητορικής λαϊκισμού. Μάλιστα το BBC έχει θέσει τον κ. Τσίπρα, την κα. Le Pen και τον κ. Trump, από κοινού προς εξέταση στην υπόθεση της ανόδου του λαϊκισμού σε Ευρώπη και Αμερική. Μέσα σε κλίμα πόλωσης και αγανάκτησης, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α κατάφερε να κερδίσει τρείς εκλογικές «μάχες», δίνοντας υποσχέσεις που στην πορεία δεν εφάρμοσε.

Σύμφωνα με τον κ. Μαργαρίτη Σχοινά, επίσημο εκπρόσωπο Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους η Επιτροπή μπορεί να αντιμετωπίσει το θέμα της ανόδου του λαϊκισμού. Ο πρώτος, έγκειται στην προσέγγιση με γνώμονα το σύστημα των αξιών. Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθιστά σαφή τη διαφορετικότητά της, κάνοντας μια επίκληση στο συναίσθημα: «είμαστε διαφορετικοί, δεν κάνουμε διακρίσεις». Όπως επισημαίνει ο κ. Florian Hartleb, πολιτικός επιστήμονας, αυτή η ηθικολογία και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε μια «καλή δημοκρατική Επιτροπή» και στους «άλλους» που είναι λαϊκιστές και φασίστες είναι προβληματική. Με αυτόν τον τρόπο οι λαϊκιστές «αποκτούν φωνή» και γίνονται ολοένα και πιο δημοφιλείς, ενώ η προσπάθεια να πείσει κανείς ανθρώπους με επιχειρήματα που βασίζονται στην ηθική κάνει τα πράγματα χειρότερα. Η δεύτερη τακτική, η οποία ουσιαστικά ακυρώνει την πρώτη και την οποία ο κ. Σχοινάς θεωρεί πιο αποτελεσματική, προτάσσει το επιχείρημα πως οι αξίες δεν έχουν καμία σημασία για όσους είναι πεπεισμένοι ότι ένας νέος κόσμος αναδύεται, και χτυπά τον λαϊκισμό με τα δικά του μέσα. Η προσέγγιση στηρίζεται στην ανάπτυξη και υιοθέτηση ξεκάθαρων πολιτικών, αντίθετων στον λαϊκισμο. Αυτή ήταν και η στάση που κράτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με σχέση με την εκλογή του κ. Donald Trump στις Η.Π.Α.

Το σίγουρο είναι ότι εξαιτίας της πολυπλοκότητας του κόσμου και των τεράστιων και ταχύτατων κοινωνικών μεταβάσεων, που δεν γίνονται κατανοητές, ακραίες πολιτικές δυνάμεις καταλαμβάνουν το πολιτικό πεδίο. Από τα αποτελέσματα των πρεδρικών και βουλευτικών εκλογών που θα διεξαχθούν το επόμενο διάστημα – το Δεκέμβριο του 2016 στην Αυστρία, την άνοιξη του 2017 στη Γαλλία, τον Μάρτιο στην Ολλανδία και τον Σεπτέμβριο στη Γερμανία – θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε μια πιο σαφή εικόνα για το εάν η άνοδος του λαϊκισμού και του εθνικισμού αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο, που εμφανίζεται αποσπασματικά σε ορισμένες χώρες ή αν πρόκειται για ένα γενικό κοινωνικό φαινόμενο που στοχεύει στη ρήξη με το παρελθόν και το κατεστημένο, όπως δέιχνει η τάση.

 

——–

*Ανάρτηση Martin Fletcher στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook, στις 17 Ιουνίου:

Appalled as I am at the prospect of my country voting to leave the European Union next week, I am hardly surprised.

For 25 years our press has fed the British public a diet of distorted, mendacious and relentlessly hostile stories about the EU – and the journalist who set the tone was Boris Johnson.

I know this because I was appointed Brussels correspondent of The Times in 1999, a few years after Johnson’s stint there for The Telegraph, and I had to live with the consequences.

Johnson, sacked by The Times in 1988 for fabricating a quote, made his mark in Brussels not through fair and balanced reporting, but through extreme euro-scepticism. He seized every chance to mock or denigrate the EU, filing stories that were undoubtedly colourful but also grotesquely exaggerated or completely untrue.

The Telegraph loved it. So did the Tory Right. Johnson later confessed: “Everything I wrote from Brussels, I found was sort of chucking these rocks over the garden wall and I listened to this amazing crash from the greenhouse next door over in England as everything I wrote from Brussels was having this amazing, explosive effect on the Tory party, and it really gave me this I suppose rather weird sense of power.”

Johnson’s reports also had an amazing, explosive effect on the rest of Fleet Street. They were much more fun than the usual dry and rather complex Brussels fare. News editors on other papers, particularly but not exclusively the tabloids, started pressing their own correspondents to match them. By the time I arrived in Brussels editors only wanted stories about faceless Brussels eurocrats imposing absurd rules on Britain, or scheming Europeans ganging up on us, or British prime ministers fighting plucky rearguard actions against a hostile continent. Much of Fleet Street seemed unable to view the EU through any other prism. It was the only narrative it was interested in.

Stories that did not bash Brussels, stories that acknowledged the EU’s many achievements, stories that recognised that Britain had many natural allies in Europe and often won important arguments, almost invariably ended up on the spike.

Boris Johnson is now campaigning against the cartoon caricature of the EU that he himself created. He is campaigning against a largely fictional EU that bears no relation to reality. That is why he and his fellow Brexiteers could win next week. Johnson may be witty and amusing, just as Donald Rumsfeld was in the run-up to the invasion of Iraq, but he is extremely dangerous. What began as a bit of a jape could inflict terrible damage on this country.

Fight back!!!!!!”

 

Share Button