Η τέχνη του να αφήνεις πίσω

Της Αλεξάνδρας Κατσινέλη

Θα περίμενε κανείς ότι η Κύπρος ως γεωγραφικό σταυροδρόμι τριών ηπείρων θα είχε έντονες επιρροές στην τέχνη της από διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς. Ωστόσο, η Μόνικα Ασημένου, ιστορικός τέχνης και πρόεδρος του Συνδέσμου Εικαστικών Καλλιτεχνών Κύπρου (ΕΙ.ΚΑ) αναφέρει ότι τα διάφορα επίθετα, όπως “δυτική” και “ανατολική” δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν την κυπριακή τέχνη καθώς αυτή δεν μπορεί να οριστεί μέσα από αυτό το πρίσμα. Μέχρι πρότινος, η τέχνη του νησιού, αντικατόπτριζε κυρίως το εύθραυστο και προσωπικό θέμα της ταυτότητας του τόπου. Οι δημιουργοί αυτης της τέχνης, είναι όμως έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους το παρελθόν και να προχωρήσουν σε ένα μέλλον χωρίς σύνορα και τραύματα, με ευρωπαϊκή πυξίδα. 

Οι καλλιτεχνικές συνθήκες ανάμεσα στις δύο κοινότητες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων είναι αρκετά διαφορετικές. Η χρηματοδότηση και η υποστήριξη της τέχνης στο βόρειο κομμάτι του νησιού απουσιάζει. Οι εμπλεκόμενοι με την τέχνη δουλεύουν και εκθέτουν πιο συλλογικά και η τέχνη μοιάζει πιο πολύ με χειροτεχνία, δεν έχει δηλαδή το επίπεδο επαγγελματισμού που βλέπουμε στο νότο αλλά ούτε και αποσκοπεί στο κέρδος, κάτι που δικαιολογείται απόλυτα από την έλλειψη των απαραίτητων δομών και οποιασδήποτε ιεραρχίας. Όπως όμως βλέπουμε και στο έργο της Nurtane Karagil, 30, Τουρκοκύπρια καλλιτέχνης γεννημένη στην Αμμόχωστο, τα υλικά μέσα είναι περιορισμένα, απλά και οικονομικά προσιτά. Ο Ευαγόρας Βανέζης, Ελληνοκύπριος επιμελητής εκθέσεων, παρομοιάζει τις συνθήκες με αυτές της Ελληνοκυπριακής κοινότητας του 1970.

Η Nurtane Karagil ζωγραφίζει με απλά μέσα το δικό της χάρτη της πόλης της, της Αμμοχώστου, και τοποθετείται πάνω στα ιστορικά γεγονότα.

Ένα άλλο πρόβλημα που υπάρχει για τους καλλιτέχνες του βορρά είναι ότι δυσκολεύονται ακόμα περισσότερο να ορίσουν την ταυτότητά τους προσωπικά και καλλιτεχνικά μέσα σε ένα ‘ψεύτικο’ περιβάλλον. Η Nurtane Karagil αναφέρει ότι “εάν αντιδράσεις στην κυβέρνηση είναι σαν να την αποδέχεσαι, αλλά εγώ δεν πιστεύω σε αυτή γιατί δεν υπάρχει”. Παρόλα αυτά επειδή η ίδια έχει ανοιχτό διάλογο και συνεργασία με τους καλλιτεχνικούς χώρους του νότου, ο πολιτικός λόγος είναι παρών στα έργα της όπως και στα έργα άλλων καλλιτεχνών. Η επαφή της με την Αγγλία και η συνειδητοποίηση της αποικιοκρατίας την οδήγησαν στην συνειδητοποίηση του ποια είναι αλλά και πως οι κυβερνήσεις, οι χώρες και τα σύνορα μπορούν να αλλάξουν τις ζωές των ανθρώπων. Άρχισε να αναζητά την ταυτότητά της και να κατανοεί την πολιτική παρατηρώντας και αντιδρώντας μέσα από την τέχνη της. Αυτή η αντίδραση της προσέδωσε και μια νέα ταυτότητα. Από Κύπρια έγινε η Τουρκοκύπρια πολιτική ζωγράφος του βορρά.

Αμμόχωστος: Από μια από τις πιο κοσμοπολίτικες πόλεις της Μεσογείου στη πόλη φάντασμα του σήμερα 

Αμμόχωστος, η πόλη που κατά τον 20ο αιώνα παρουσίαζε ραγδαία οικονομική και τουριστική ανάπτυξη, σήμερα είναι μια πόλη φάντασμα με τα Βαρώσια, το νότιο τμήμα της πόλης της Αμμοχώστου, να τελούν υπό κατοχή από τον τουρκικό στρατό. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 η βιομηχανία στην πόλη ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, ο τουρισμός της την έκανε γνωστή στο εξωτερικό και οι τέχνες άκμαζαν, με την Δημοτική Πινακοθήκη, τη Σχολή Γλυπτικής του ‘Αντη Χατζηαδάμου και τις παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο της Σαλαμίνας να κεντρίζουν το ενδιαφέρον και να την καθιστούν σημαντικό καλλιτεχνικό κέντρο.

Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στις 20 Ιουλίου του 1974, οι 39.000 κάτοικοι της περιοχής έφυγαν από τα σπίτια τους για να σωθούν, αφήνοντας πίσω ζωές και περιουσίες. Ο Τουρκικός στρατός κατέλαβε την περιοχή, την περιέφραξε και μέχρι σήμερα απαγορεύει την είσοδο. Οι μόνοι που μπορούν να εισέλθουν είναι Τούρκοι στρατιώτες και το προσωπικό των Ηνωμένων Εθνών. Ο Γιάννης Τουμαζής, διευθυντής του NiMAC [Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας, Συνεργασία: ‘Ιδρυμα Πιερίδη] , έζησε τα παιδικά του χρόνια στα Βαρώσια και το 1974 αναγκάστηκε να αποχωριστεί τη γενέτειρά του και να γίνει πρόσφυγας μέσα στην ίδια του τη χώρα, μένοντας σε σκηνές και περιπλανώμενος από συγγενή σε συγγενή για καιρό. Νιώθει ότι όταν ο αποχωρισμός από τον τόπο σου είναι βίαιος δημιουργούνται τραύματα που αν δεν επουλωθούν, ένα κομμάτι σου μένει για πάντα ανολοκλήρωτο. Ένα παρόμοιο συναίσθημα περιγράφει και ο Στέλιος Καλλινίκου, Ελληνοκύπριος φωτογράφος της πολύ νέας γενιάς καλλιτεχνών, ο οποίος περιγράφει τη στιγμή που η μητέρα του φίλου του επέστρεψε στο σπίτι της στην Αμμόχωστο μετά τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων στις 23 Απριλίου του 2003, ως μια στιγμή αναγνώρισης με πολλή ένταση, που επιβεβαιώνει ότι τα μέρη κατοικούν μέσα στους ανθρώπους στην Κύπρο.

Η αποκλεισμένη με συρματοπλέγματα παραλία και περιοχή των Βαρωσίων.

Η Nurtane Karagil αν και γεννήθηκε στην Αμμόχωστο, αγνοούσε παντελώς την ιστορία των Βαρωσίων, του λαμπρού αυτού τουριστικού θερέτρου με τα περισσότερα από 100 ξενοδοχεία, 5.000 σπίτια και επιχειρήσεις, μουσεία, εκκλησίες και σχολεία που από την βίαιη εισβολή των Τούρκων το ΄74 και την κατάληψη του στέκεται σε σήψη πίσω από συρματοπλέγματα, με την οποία πρωτοήρθε σε επαφή μέσω του Γιάννη Τουμαζή. Όπως αναφέρει η ίδια, η παραλία της πόλης, της είναι γνωστή ως η παραλία με τους φοίνικες ενώ στον Γιάννη ως η παραλία της Γλώσσας ή του Κωνστάντια λόγω του ομώνυμου ξενοδοχείου που φιλοξενούσε . Πρόκειται για την ίδια παραλία αλλά ο καθένας τη γνωρίζει διαφορετικά γιατί έχει διαφορετικές εμπειρίες και μνήμες. “Κάποιος άλλος αλλάζει τους τόπους και τις αναμνήσεις σου. Η τέχνη όμως μπορεί να σκάψει μέσα σε αυτές τις αναμνήσεις και να μιλήσει για αυτές. Όταν είσαι εντάξει με την καλλιτεχνική σκηνή μπορείς να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Όταν είσαι μαθητής και σπουδάζεις δίπλα στα σύνορα, δε συνειδητοποιείς τη σημασία αυτών των συνόρων. Γνωρίζεις ότι η Κύπρος είναι διαχωρισμένη αλλά δε συνειδητοποιείς ότι υπάρχει μια γραμμή που εκτείνεται σε όλο το νησί. Επομένως τα διαφορετικά βιώματα σε κάνουν να βλέπεις και μια διαφορετική πραγματικότητα”, αναφέρει η Nurtane.

Το όραμα του Γιάννη Τουμαζή είναι η δημιουργία του Νέου Μουσείου της Αμμοχώστου (στο προσβάσιμο για τους πολίτες σημείο της πόλης) που θα προβάλλει μια διαφορετική ιστορία για τα ιστορικά εκθέματά, επαναπροσδιορίζοντας τα σύνορα και προσφέροντας μια εναλλακτική στην παραδοσιακή και κυρίως ηθική θέαση των εκθεμάτων και των εικόνων που σχετίζονται με τη βία και το θάνατο. Αντίθετα με την πληθώρα μουσείων και μνημείων σε ολόκληρη την Κύπρο που συσχετίζουν τη θηριωδία και το θάνατο με τα εκθέματα υπό το πρίσμα μιας ιδεολογικής, εθνικής και εθνικιστικής, το νέο αυτό μουσείο θα εδραιωθεί πάνω στην ιδέα της φράσης “Κατανοώ και Συγχωρώ το Παρελθόν. Αγαπώ και Δημιουργώ το Μέλλον, αφήνοντας πίσω το “Δεν ξεχνώ [την εισβολή και το χαμένο βορρά]” που δέσποζε για χρόνια στις πρώτες σελίδες των βιβλίων ιστορίας.

Ολόκληρη η περιοχή των Βαρωσίων είναι περιφραγμένη και οι Τούρκοι στρατιώτες εκτελούν περιπολίες. Η είσοδος και η φωτογράφιση απαγορεύονται και οι στρατιώτες έχουν εντολή να συλλάβουν, ακόμα και να πυροβολήσουν, σε περίπτωση που κάποιος παραβιάσει τους κανόνες.

Ο Ευαγόρας Βανέζης όπως και η Μόνικα Ασημένου αναφέρουν πως τα διακοινωτικά καλλιτεχνικά project διεξάγονται με επιτυχία και πλέον οι καλλιτέχνες των δύο κοινοτήτων γνωρίζονται μεταξύ τους και συνεργάζονται και έξω από αυτά. Ωστόσο, υπάρχει ένα καλλιτεχνικό δρώμενο που δεν μπόρεσε τελικά να πραγματοποίησει αυτή την καλλιτεχνική σύζευξη που επιθυμούσε και αυτό είναι η Manifesta 6, η Biennale που ακυρώθηκε. 

Η Biennale που αγνόησε το τοπικό πρόβλημα

Η έκτη Ευρωπαϊκή Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης, Manifesta 6, που ήταν προγραμματισμένη να λάβει χώρα το Σεπτέμβριο του 2006 στη Λευκωσία με στόχο να ενισχύσει το διάλογο μεταξύ των καλλιτεχνών και του κοινού της Δυτικής και της Ανατολικής Ευρώπης με την παρουσία και των δύο κοινοτήτων που κατοικούν στην πόλη, τερματίστηκε ξαφνικά και σύμφωνα με τον Γιάννη Τουμάζη “λόγω εσωτερικών διαφορών των τριών επιμελητών από το εξωτερικό, οι οποίοι και χρησιμοποίησαν το ευαίσθητο πολιτικό γίγνεσθαι της Κύπρου για να καλύψουν τις έντονες προσωπικές τους διαφορές.” Tην 1η Ιουνίου 2006, στάλθηκε επιστολή από τον Δήμαρχο Λευκωσίας, η οποία τερμάτιζε τις συμβάσεις για τη διοργάνωση της Μanifesta 6. Σε αντίθεση με την αρχική ιδέα του προγράμματος που στόχευε στην ίδρυση μιας καλλιτεχνικής σχολής στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας και την οργάνωση πολιτιστικών δρώμενων σε όλη τη χώρα (βόρειο και νότιο τμήμα), η επιμελητική ομάδα – λόγω της αδυναμίας συνεννόησης στο εσωτερικό της – επέμεινε στην ίδρυση και λειτουργία τριών σχολών μια εκ των οποίων στο κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας, κάτι που έφερε στο τραπέζι σοβαρά και πρακτικά θέματα ομαλής λειτουργίας και ασφάλειας για τους Ελληνοκύπριους διοργανωτές που προέκυπταν από τη μόνιμη λειτουργία μιας τέτοιας δομής στο κατεχόμενο τμήμα. Παρά τις εναλλακτικές λύσεις που πρότειναν οι διοργανωτές, τόσο το ‘Ιδρυμα Manifesta που εδρεύει στο Άμστερνταμ, όσο και οι τρεις επιμελητές αρνήθηκαν να συνεργαστούν, προφασιζόμενοι πολιτικές πιέσεις.  Το γεγονός αυτό θυμίζει φαινόμενα πολιτιστικού ιμπεριαλισμού σύμφωνα με τον Γιάννη Τουμαζή. “Η ομάδα της Μανιφέστα ήρθε στην Κύπρο και θεώρησε ότι θα λύσει το πολιτικό πρόβλημα, αγνοώντας όμως το τοπικό κλίμα και τα τοπικά στοιχεία των δύο κοινοτήτων, δημιουργώντας νέα και ανυπέρβλητα προβλήματα.” Εγείρονται λοιπόν ερωτηματικά για την ουδετερότητα της τέχνης μέσα στη δίνη πολιτικών ανωμαλιών και το αντίκτυπο της πολιτικής στην τέχνη. 

Απομάκρυνση από την ιδέα της μικρής περιφερειακής και απομακρυσμένης κοινότητας.

Ο Γιάννης Τουμαζής επισημαίνει ότι η Κύπρος ήταν πάντα “η περιφέρεια της περιφέρειας”, μια μικρή και απομακρυσμένη γεωγραφικά χώρα. Ωστόσο η αίσθηση αυτή δίνει πλέον την θέση της στην ιδέα μιας Κύπρου ευρωπαϊκής που υιοθετεί τις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές επιρροές. Για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε η είσοδος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση μιλάει και ο Ευαγόρας Βανέζης. “Οι Κύπριοι είναι έτοιμοι να σταματήσουν να ορίζουν την ταυτότητά τους μέσα από το πρίσμα του «άλλου» και να υιοθετήσουν την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ταυτότητα που τους προσφέρεται”. Η Κύπρος αν και ‘’περιφέρεια της περιφέρειας’’, απομονωμένη γεωγραφικά από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι πλέον μέρος του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και έτοιμη να απαλλαγεί από την έννοια του «άλλου». Ο Ευαγόρας Βανέζης τονίζει ότι η Κύπρος ήταν πάντα στο όριο του να γίνει ευρωπαϊκή εξαιτίας της κουλτούρας της και οι προσπάθειες για κάτι τέτοιο διέπουν την ιστορία της.

Απομάκρυνση από το διαχωρισμό 

Η πράσινη γραμμή που ελέγχεται από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλότητα της περιοχής, έχει τη δική της ιστορία “εγκατάλλειψης” αλλά και “απομάκρυνσης”. Ο Στέλιος Καλλινίκου ασχολείται με τη φωτογραφία και το βίντεο και ανήκει στη νέα γενιά καλλιτεχνών που δεν έζησαν οι ίδιοι τα ιστορικά γεγονότα και αυτό του δίνει τη δυνατότητα να αγγίζει ευαίσθητα θέματα με πιο ευθύ τρόπο. Έτσι επιλέγει να ασχοληθεί με τις κρυμμένες ιστορίες των τοπίων, σε μια χώρα όπου ο χώρος και το τοπίο δημιουργούν μπερδεμένα συναισθήματα αλλά και με τη χειραγώγηση του τοπίου, δηλαδή τη χρήση του προκειμένου να εφαρμοστούν διάφορες πολιτικές. Παραθέτει την ιστορία της κυπριακής τουλίπας, η οποία χάρη στην έλλειψη της ανθρώπινης δραστηριότητας φυτρώνει μέσα στην πράσινη γραμμή και η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο του ενδιαφέροντός του. Επισκεπτόμενος λοιπόν τον τόπο αυτό για να φωτογραφίσει το εν λόγω φυτό, βρέθηκε και αυτός αντιμέτωπος με την απομάκρυνση καθώς του ζητήθηκε από τους άνδρες του ΟΗΕ να εγκαταλείψει τη ζώνη για λόγους ασφάλειας. Εξερευνώντας λοιπόν το τοπίο σκοντάφτει συχνά πάνω στην ιστορία…

Απομάκρυνση από τη διαδικασία διαφοροποίησης του άλλου

Σύμφωνα με τον Ευαγόρα Βανέζη, η τέχνη μπορεί να διευρύνει τους ορίζοντες σου και να ανοίξει έναν διάλογο ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη Μαρία Λοϊζίδου, Ελληνοκύπρια καλλιτέχνη που εκπροσωπεί την γενιά καλλιτεχνών της δεκαετίας του 1980, η οποία δουλεύει για την ανάπτυξη συνθηκών επανένωσης των ανθρώπων. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά “οι άνθρωποι γελάνε και κλαίνε με τα ίδια πράγματα. Η πολιτική είναι αυτή που επιβάλλει όρους διαφορετικότητας”. 

Η γενιά των καλλιτεχνών που έχει άμεσα βιώματα από τον πόλεμο, τον διαχωρισμό και τις συνέπειες τους, οι καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στην σημερινή κατεχόμενη Κύπρο και κατέληξαν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα επηρεάστηκαν από τα ιστορικά γεγονότα που για αυτούς αποτέλεσαν εμπειρίες και τα κατέγραψαν εικαστικά με ευαισθησία. Ωστόσο, όσο προχωρούν οι γενιές και η σχέση με τα γεγονότα γίνεται πιο έμμεση, κυρίως μέσω οικογενειακών ή φιλικών εξιστορήσεων, δεν επιλέγονται πλέον άμεσες αναφορές στον πόλεμο, το γεωγραφικό διαχωρισμό, την κοινωνική και τη συλλογική μνήμη αλλά το ενδιαφέρον περιστρέφεται γύρω από την έννοια της ταυτότητας. Υπάρχει συνεπώς η αίσθηση ότι πλέον όλα έχουν ειπωθεί και δεν έχει νόημα πια η τέχνη να μιλάει για αυτά. Όσο προχωράμε δε πιο κοντά στο σήμερα, οι καλλιτέχνες εξοικειωμένοι πλήρως με την πράσινη γραμμή, είτε έχουν μεγαλώσει από τη νότια είτε από τη βόρεια πλευρά της, νιώθουν την ανάγκη να τοποθετηθούν πάνω σε θέματα και προβλήματα του καιρού τους όπως οι σχέσεις στο εσωτερικό της κάθε κοινότητας, το προσφυγικό και η οικονομική κρίση. Για την Μαρία Λοϊζίδου οι καλλιτέχνες σήμερα είναι απελευθερωμένοι από τα αφηγήματα του παρελθόντος και  επανεξετάζουν θέματα κοινά σε όλους, όπως το προσφυγικό και θέματα μειονοτήτων.

Η νέα εικαστική σκηνή της Κύπρου, η καρδιά της οποίας χτυπάει στην Λευκωσία έχει κάποια χαρακτηριστικά που οφείλονται στην σύγχρονη ιστορία της χώρας. Με την οικονομική κρίση, όλοι οι μηχανισμοί που στήριζαν την τέχνη και την ωθούσαν σε μια άνθιση κατέρρευσαν, με αποτέλεσμα το τοπίο να απαρτίζεται από κλειστές γκαλερί, απουσία χώρων καλλιτεχνικής έκφρασης και έλλειψη αγοραστών έργων τέχνης. Ως εκ τούτου οι καλλιτέχνες αναζητώντας εναλλακτικές πήραν περισσότερες αρμοδιότητες στα χέρια τους ορίζοντας τους εαυτούς τους εκτός από δημιουργούς των έργων και ως επιμελητές και θεωρητικούς και άρχισαν να δημιουργούν τους δικούς τους χώρους.

Με τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων στις 23 Απριλίου του 2003, λίγο μετά την σύνοδο των Αθηνών και την ιστορική υπογραφή της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και το δικαίωμα πρόσβασης στα κατεχόμενα μετά από τριάντα χρόνια από τις τουρκοκυπριακές αρχές το μυστήριο του άλλου, του ξένου, που ζει από την άλλη πλευρά, μιλάει άλλη γλώσσα και έχει άλλη θρησκεία έγινε “μπανάλ”, όπως αναφέρει η Μόνικα Ασημένου. Η σταθερότητα και η επαφή, τις οποίες εμπόδιζαν τα τείχη, βρήκαν τη θέση τους στην καθημερινότητα.

Οι καλλιτέχνες από το βόρειο και νότιο μέρος του νησιού, νιώθουν πια κουρασμένοι και βαθιά απογοητευμένοι από την πολιτική και τις εικασίες ή τις υποσχέσεις για το μέλλον που στοιχειώνουν την Κύπρο για περισσότερα από 40 χρόνια. Οι μεν Ελληνοκύπριοι απομακρύνονται από την ίδια ιστορία που παίζει στις ψυχές τους εδώ και χρόνια και προσανατολίζονται σε πιο επίκαιρα θέματα και οι δε Τουρκοκύπριοι τα αγγίζουν με χιούμορ και σαρκασμό, όπως η Nurtane Karagil.

Τμήμα από έργο της Nurtane Karagil

Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες της Κύπρου, υιοθετούν μια ευρωπαϊκή εξωστρεφή ματιά, δεν μιλούν πια για το παρελθόν. Σύμφωνα με τον Ευαγόρα Βανέζη, προσανατολίζονται στα ανοιχτά σύνορα, στις δυνατότητες και την ταυτότητα που τους προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση και η παγκοσμιοποίηση. Φαίνεται ότι η τέχνη έχει ήδη κάνει το βήμα που η πολιτική αρνείται να κάνει και προχωράει πέρα από το διαχωρισμό και τα σύνορα. Αυτό που απουσιάζει είναι η στήριξη και η χρηματοδότηση από κρατικούς κυρίως φορείς. Κατά τον Γιάννη Τουμαζή, η τέχνη μπορεί να διαφοροποιήσει τις αντιλήψεις και τον τρόπο σκέψης αλλά απαιτούνται κεφάλαια, επαγγελματισμός και καλή θέληση. 

 

 

Share Button