Αναμνήσεις από το πρώτο κύμα

Ioanna Fotiadi

Πώς ένας μετανάστης της δεκαετίας του ’60 θυμάται τη ζωή στη Γερμανία.

Στον απολογισμό ζωής, εν τέλει, φαίνεται ότι η θητεία στη Γερμανία για πολλούς πρώην Gastarbeiter αποκτά θετικό πρόσημο. «Μόνο καλές αναμνήσεις έχω από τη Γερμανία» λέει συγκινημένος ο 78χρονος Νίκος Παπαδόπουλος, που το νήμα της ζωής του ενώθηκε το 1960 με την ξένη χώρα.

Το ταξίδι της ξενιτιάς

Εικοσιέξι μόλις Μαϊων τότε, πείθεται από κάποιον συγγενή του ότι στη Γερμανία θα έβρισκε όλα όσα χρειαζόταν: μια σταθερή δουλειά για να εξασφαλίσει ποιότητα ζωής για τον ίδιο και την οικογένειά του. «Είχε προηγηθεί ήδη μια πρώτη μετανάστευση από το χωριό μου στην Αθήνα, όταν ήμουν δώδεκα χρόνων» θυμάται. «Ούτε αυτή ήταν εύκολη». Στο τρένο ανεβαίνουν παρέα τέσσερις νέοι άνδρες, κουνιάδοι και ξαδέλφια, «ο μικρότερος δεκαπέντε χρονών», με τη συνοδεία του γερμανομαθούς θείου.

DSC05125_590

Η πρόταση του τελευταίου ήταν να εγκατασταθούν όλοι στο Ντίσελντoρφ και να πιάσουν δουλειά σε μια περιώνυμη βιομηχανία. «Υπολογίζαμε, όμως, χωρίς τον… ξενοδόχο» διηγείται σήμερα ο κ. Νίκος, στο διαμέρισμά του στον Άγιο Παντελεήμονα. «Στο μεταξύ το 1960 υπεγράφησαν οι διακρατικές συμφωνίες για την αποστολή εργατικού δυναμικού στη Γερμανία». Έτσι, στα σύνορα τους σταματούν και τους μεταφέρουν στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, για να περάσουν από την περίφημη Επιτροπή, που θα έκρινε την καταλληλότητα του υποψήφιου Gastarbeiter για να καταταχθεί στην αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα. «Η ιδέα αρχικά της μετανάστευσης με απωθούσε, μου θύμιζε σκλαβοπάζαρο» παραδέχεται ο 78χρονος άνδρας. «Διαπίστωσα, όμως, ότι τελικά αυτό δεν ίσχυε».


Έπρεπε να φτιάχνουμε στο εργοστάσιο 700 παπούτσια την ώρα, αλλά εγώ από το πείσμα μου έκανα 1.200. Στο τέλος κατηγορήθηκα ως … υπερπαραγωγικός.


Εργάτης και κοινωνικός λειτουργός

Μέχρι το 1976 ο κ. Νίκος ζει στο Göppingen, λίγο έξω από τη Στουτγκάρδη. «Έναν χρόνο δούλεψα στην κατασκευή προκάτ σπιτιών, τον επόμενο στη βιοτεχνία παπουτσιών και εν συνεχεία για έξι μήνες εισπράκτορας: τότε είχα την ευκαιρία να εξασκήσω την γλώσσα». Στα εργοστάσια δουλεύουν μαζί με Γερμανούς, αλλά και Gastarbeiter από την  Ιταλία, την Τουρκία, τη Γιουγκοσλαβία. «Κάποιοι, μάλιστα, νόμιζαν ότι υπήρχε μια κοινή γλώσσα για όλους τους Gastarbeiter» περιγράφει γελώντας.  «Έπρεπε να φτιάχνουμε στο εργοστάσιο 700 παπούτσια την ημέρα, αλλά εγώ από το πείσμα μου έκανα 1.200. Στο τέλος κατηγορήθηκα ως … υπερπαραγωγικός».

Στο μεταξύ, όμως, ο κ. Νίκος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα στο πλαίσιο της ελληνικής κοινότητας – «μεσολάβησα να έρθει δασκάλα και παπάς από την Ελλάδα» μας λέει. Η φυσική του ροπή να συμπαραστέκεται και να βοηθά τον πλησίον του έγινε τόσο γνωστή που τελικά του προσφέρθηκε η θέση του κοινωνικού λειτουργού από την Ευαγγελική Εκκλησία. «Μια μέρα μου χτύπησαν την πόρτα δύο χαμογελαστοί άνδρες, ο ένας από το Υπουργείο Εργασίας και ο άλλος από τη Νομαρχία» θυμάται. «Μου είπαν ‘εσείς δε μας ξέρετε, αλλά εμείς έχουμε ακούσει πολλά για εσάς’».

Από εκείνη τη στιγμή ξεκινούν να ανοίγουν η μία μετά την άλλη οι πόρτες για τον κ. Νίκο. Αναλαμβάνει ως κοινωνικός λειτουργός μια μεγάλη περιοχή από το Τübingen εως το  Friedrichshafen, σύντομα εκλέγεται εκπρόσωπος των συναδέλφων του και φοίτα στην Sozialakademie στο Friederwald. «Εκεί έμαθα εκτός των άλλων και πολύ καλή ελληνική ιστορία».

Για πάνω από δέκα χρόνια ο κ. Νίκος είναι ο «εξομολόγος» χιλιάδων Ελλήνων και ξένων Gastarbeiter. «Έρχοντουσαν και μου έλεγαν τα βάσανά τους: τα προβλήματα στις οικογενειακές σχέσεις, τις δυσκολίες προσαρμογής στη γερμανική κοινωνία, την αγωνία για την ανανέωση της άδειας παραμονής». Φυσικά, η μεγάλη πληγή για πολλές οικογένειες ήταν ότι είχαν αφήσει τα παιδιά πίσω στην Ελλάδα, να τα μεγαλώνουν ο παππούς και η γιαγιά. Όπως παρατηρεί ο κ. Νίκος «όποιος ήξερε μια τέχνη, πρόκοψε, αλλά οι περισσότεροι τότε ήταν αγρότες που ξαφνικά από το χωράφι του βρέθηκαν στη φάμπρικα». Το 1960 η ανεργία είχε χτυπήσει κόκκινο και η μετανάστευση είχε πάρει μαζικό χαρακτήρα.

Το νέο κύμα φυγής και η στάση της Πολιτείας

Ο κ. Νίκος δεν κρύβει τη λύπη του που οι Έλληνες επιστήμονες αναγκάζονται και πάλι να φύγουν. «Συμβουλεύω τους νέους σήμερα να  μάθουν καλά τη γλώσσα και να ενταχθούν δυναμικά στην κοινωνία» τονίζει. «Ας μην επαναλάβουν τα λάθη της δικής μου γενιάς, που δεν είχε την ανάλογη παιδεία».

Η στάση της επίσημης πολιτείας έναντι των Gastarbeiter φαίνεται να έχει πληγώσει τον ηλικιωμένο. «Η Ελλάδα δε μερίμνησε ούτε τότε για τους ανθρώπους της που ξενιτεύονταν ούτε σήμερα για τους ξένους που ζουν στην επικράτεια της». Ο ίδιος ζει σήμερα στον Άγιο Παντελεήμονα. «Είμαι ο μοναδικός Έλληνας στην πολυκατοικία, αλλά έχω εξαιρετικές σχέσεις με τους γειτόνους μου» μας λέει. «Ξέρουν ότι το σπίτι μου είναι ανοικτό για ό,τι χρειαστούν».

Share Button